Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

marketinsiders.gr

Ιδιαίτερα μαθήματα και φροντιστήρια: Γιατί αποτελούν σχεδόν «δεύτερο σχολείο» στην Ελλάδα;

Ιδιαίτερα μαθήματα και φροντιστήρια: Γιατί αποτελούν σχεδόν «δεύτερο σχολείο» στην Ελλάδα;

Η ελληνική εκπαιδευτική πραγματικότητα χαρακτηρίζεται διαχρονικά από ένα παράδοξο φαινόμενο: τη λειτουργία ενός παράλληλου συστήματος εκπαίδευσης που εκτείνεται δίπλα στο επίσημο σχολικό πρόγραμμα. Στην πράξη, τα ιδιαίτερα μαθήματα και φροντιστήρια λειτουργούν ως ένας θεσμοθετημένος, αν και άτυπος, δεύτερος κύκλος μάθησης για τη συντριπτική πλειονότητα των μαθητών της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης. Η καθημερινότητα ενός εφήβου στην Ελλάδα συχνά ξεκινά νωρίς το πρωί στο δημόσιο ή ιδιωτικό σχολείο και συνεχίζεται μέχρι αργά το βράδυ σε κάποιο φροντιστηριακό τμήμα ή στο σπίτι με ιδιωτικό εκπαιδευτικό. Το ζήτημα αυτό δεν αποτελεί απλώς μια συμπληρωματική επιλογή ενισχυτικής διδασκαλίας, αλλά μια δομική ανάγκη που απορρέει από τις εγγενείς αδυναμίες του συστήματος, τις κοινωνικές προσδοκίες και τον αυστηρά εξετασιοκεντρικό προσανατολισμό της ελληνικής κοινωνίας. Οι ρίζες του φαινομένου στο ελληνικό εκπαιδευτικό σύστημα Η ιστορική διαδρομή του εκπαιδευτικού συστήματος δείχνει ότι τα ιδιαίτερα μαθήματα και φροντιστήρια δεν εμφανίστηκαν ξαφνικά, αλλά εδραιώθηκαν σταδιακά ως μηχανισμός κάλυψης των αναγκών που το δημόσιο σχολείο αδυνατεί να ικανοποιήσει. Το αναλυτικό πρόγραμμα των ελληνικών σχολείων παραμένει συχνά υπερφορτωμένο με εκτενή θεωρητική ύλη, η οποία πρέπει να καλυφθεί σε περιορισμένο διδακτικό χρόνο. Σε μια τυπική σχολική τάξη των είκοσι πέντε μαθητών, ο εκπαιδευτικός δυσκολεύεται να προσαρμόσει τον ρυθμό διδασκαλίας στις ατομικές ανάγκες κάθε παιδιού. Το αποτέλεσμα είναι η δημιουργία μαθησιακών κενών από νωρίς. Υπό αυτές τις συνθήκες, καθίσταται σαφές ότι τα ιδιαίτερα μαθήματα και φροντιστήρια συμπληρώνουν τις αδυναμίες της πρωινής εκπαίδευσης, αναλαμβάνοντας τον ρόλο της εμβάθυνσης, της μεθοδικής επανάληψης και της στοχευμένης προετοιμασίας. Ο ρόλος των Πανελλαδικών εξετάσεων και ο έντονος ανταγωνισμός Ο κεντρικός πυλώνας γύρω από τον οποίο περιστρέφεται ολόκληρο το εκπαιδευτικό οικοδόμημα στην Ελλάδα είναι οι Πανελλαδικές εξετάσεις. Η εισαγωγή στην τριτοβάθμια εκπαίδευση εξακολουθεί να θεωρείται το κατεξοχήν μέσο κοινωνικής κινητικότητας και επαγγελματικής αποκατάστασης. Ο αδυσώπητος ανταγωνισμός για μια θέση στις σχολές υψηλής ζήτησης μετατρέπει τα ιδιαίτερα μαθήματα και φροντιστήρια σε αναπόσπαστο εργαλείο επιβίωσης στον συγκεκριμένο εξεταστικό μαραθώνιο. Η εξέταση σε θέματα αυξημένης δυσκολίας απαιτεί εξειδικευμένη μεθοδολογία, επίλυση συνδυαστικών ασκήσεων και ταχύτητα που σπάνια καλλιεργούνται επαρκώς στο σχολικό περιβάλλον. Για τον λόγο αυτό, τα ιδιαίτερα μαθήματα και φροντιστήρια επικεντρώνονται στην εξάσκηση πάνω σε τεχνικές διαχείρισης χρόνου και σε απαιτητικά θέματα παλαιότερων ετών, λειτουργώντας ως στοχευμένα προπονητήρια υψηλών επιδόσεων. Εξατομίκευση της διδασκαλίας και κάλυψη μαθησιακών κενών Κάθε μαθητής διαθέτει μοναδικό ρυθμό αντίληψης και διαφορετικές κλίσεις. Μέσα από αυτή την ανάγκη, τα ιδιαίτερα μαθήματα και φροντιστήρια προσφέρουν εξατομικευμένη προσέγγιση που δύσκολα εντοπίζεται στο παραδοσιακό σχολείο. Η δομή των φροντιστηρίων, με ολιγομελή τμήματα και συνεχή αξιολόγηση μέσω εβδομαδιαίων διαγωνισμάτων προσομοίωσης, επιτρέπει τον άμεσο εντοπισμό και τη διόρθωση των αδυναμιών. Στοχευμένη καθοδήγηση: Ο καθηγητής προσαρμόζει τη διδακτική μεθοδολογία στο προφίλ του εκάστοτε μαθητή. Συνεχής ανατροφοδότηση: Τα τακτικά διαγωνίσματα εξοικειώνουν τον υποψήφιο με την ψυχολογία και τις απαιτήσεις των τελικών εξετάσεων. Οργάνωση χρόνου: Δημιουργείται ένα αυστηρό αλλά αποτελεσματικό πρόγραμμα μελέτης που αποτρέπει τη συσσώρευση ύλης. Στην πράξη αποδεικνύεται ότι τα ιδιαίτερα μαθήματα και φροντιστήρια λειτουργούν συχνά ενισχυτικά στην αυτοπεποίθηση του μαθητή, καθώς παρέχουν ένα ασφαλές πλαίσιο επίλυσης αποριών χωρίς το άγχος της έκθεσης μπροστά σε ένα πολυπληθές ακροατήριο συμμαθητών. Δείτε ακόμη: Πτυχίο και αγορά εργασίας: Ποιες σπουδές έχουν μεγαλύτερη επαγγελματική αποκατάσταση; Η οικονομική και ψυχολογική επιβάρυνση της ελληνικής οικογένειας Η αναγκαιότητα της παραπαιδείας επιφέρει βαρύ κοινωνικό και οικονομικό αντίκτυπο. Ο οικογενειακός προϋπολογισμός δέχεται τεράστια πίεση, καθώς τα ιδιαίτερα μαθήματα και φροντιστήρια απορροφούν συχνά ένα δυσανάλογα μεγάλο μέρος του μηνιαίου εισοδήματος, ιδιαίτερα στις οικογένειες με δύο ή περισσότερα παιδιά στην ίδια βαθμίδα εκπαίδευσης. Η δωρεάν δημόσια παιδεία, αν και συνταγματικά κατοχυρωμένη, συνοδεύεται στην πραγματικότητα από ένα παράλληλο ιδιωτικό κόστος που πολλές οικογένειες δυσκολεύονται να αντέξουν. Τομέας Επιβάρυνσης Συνέπειες & Εκδηλώσεις Οικονομικός Περικοπή άλλων βασικών αναγκών, μηνιαία δίδακτρα, αγορά εξειδικευμένων βοηθημάτων. Ψυχολογικός Υψηλό στρες επιτυχίας, άγχος ανταπόκρισης στις θυσίες των γονέων. Κοινωνικός Περιορισμός ελεύθερου χρόνου, απουσία αθλητικών και πολιτιστικών δραστηριοτήτων. Παρά το υψηλό κόστος, τα ιδιαίτερα μαθήματα και φροντιστήρια θεωρούνται υποχρεωτική επένδυση, γεγονός που αναδεικνύει την έντονη πίστη των Ελλήνων γονέων στην αξία των πανεπιστημιακών τίτλων. Μπορεί να σα ενδιαφέρει: Δημόσιο ή ιδιωτικό πανεπιστήμιο: Ποιες είναι οι βασικές διαφορές; Ψηφιακή εποχή: Πώς εξελίσσεται η εξωσχολική υποστήριξη Η τεχνολογική πρόοδος και η εξοικείωση με την εξ αποστάσεως διδασκαλία έχουν αλλάξει σημαντικά το τοπίο. Στη σύγχρονη εποχή, τα ιδιαίτερα μαθήματα και φροντιστήρια υιοθετούν ψηφιακά εργαλεία, διαδραστικές πλατφόρμες και διαδικτυακές τάξεις, καταργώντας τους γεωγραφικούς περιορισμούς. Ένας μαθητής που διαμένει σε απομακρυσμένη ή νησιωτική περιοχή έχει πλέον πρόσβαση σε κορυφαίους εκπαιδευτικούς χωρίς να απαιτείται μετακίνηση. Αυτός ο ψηφιακός μετασχηματισμός καθιστά την εξωσχολική ενίσχυση πιο ευέλικτη, προσφέροντας βιντεοσκοπημένες παραδόσεις, ψηφιακές τράπεζες θεμάτων και αυτόματη καταγραφή προόδου, αναβαθμίζοντας την ποιότητα της εκπαιδευτικής διαδικασίας. Η ανάγκη για ουσιαστικές μεταρρυθμίσεις και το μέλλον της εκπαίδευσης Η διαρκής εξάρτηση από την εξωσχολική βοήθεια φέρνει στην επιφάνεια την επιτακτική ανάγκη για βαθιές μεταρρυθμίσεις στο εκπαιδευτικό σύστημα. Για να πάψει το σχολείο να λειτουργεί ως απλός προθάλαμος εξετάσεων, απαιτείται επανασχεδιασμός των προγραμμάτων σπουδών, μείωση της στείρας απομνημόνευσης και εισαγωγή μεθόδων κριτικής σκέψης. Συνολικά, τα ιδιαίτερα μαθήματα και φροντιστήρια παραμένουν ένας ισχυρός πυλώνας που καλύπτει το κενό ανάμεσα στις απαιτήσεις της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης και στις δυνατότητες του σχολείου. Όπως συχνά αναλύεται και σε άρθρα προβληματισμού στο opinionfeed.gr, τα ιδιαίτερα μαθήματα και φροντιστήρια εξακολουθούν να διαμορφώνουν την καθημερινότητα των νέων στην Ελλάδα, καθιστώντας τον διάλογο για τον ρόλο του σύγχρονου σχολείου πιο επίκαιρο από ποτέ. Δείτε ακόμη: Τεχνητή Νοημοσύνη στην εκπαίδευση: Απειλή ή εργαλείο για μαθητές και εκπαιδευτικούς;

Startup vs παραδοσιακή επιχείρηση: Ποια είναι η διαφορά;

Startup vs παραδοσιακή επιχείρηση: Ποια είναι η διαφορά;

Ο επιχειρηματικός κόσμος τα τελευταία χρόνια βιώνει μια ουσιαστική μεταμόρφωση. Με την άνοδο της τεχνολογίας και των ψηφιακών πλατφορμών, η συζήτηση γύρω από το δίλημμα Startup vs παραδοσιακή επιχείρηση έχει γίνει πιο επίκαιρη από ποτέ. Πολλοί νέοι επαγγελματίες, επενδυτές και αναλυτές αναρωτιούνται ποιες είναι οι πραγματικές διαφορές ανάμεσα σε αυτά τα δύο επιχειρηματικά μοντέλα. Αν και στην επιφάνεια και οι δύο οντότητες επιδιώκουν τη δημιουργία εσόδων και την εξυπηρέτηση ενός πελατολογίου, ο τρόπος σκέψης, η δομή, η διαχείριση του κινδύνου και οι στρατηγικοί στόχοι διαφέρουν ριζικά. Η κατανόηση του ζητήματος Startup vs παραδοσιακή επιχείρηση αποτελεί βασική προϋπόθεση για όποιον σκοπεύει να ξεκινήσει μια νέα δραστηριότητα ή να επενδύσει κεφάλαια στην αγορά. Ο ορισμός και ο θεμελιώδης σκοπός λειτουργίας Για να κατανοηθεί πλήρως η σύγκριση Startup vs παραδοσιακή επιχείρηση, είναι απαραίτητο να αναλυθεί ο βασικός ορισμός κάθε οντότητας. Η παραδοσιακή επιχείρηση: Στοχεύει στην παροχή γνωστών προϊόντων ή υπηρεσιών σε μια καθορισμένη τοπική ή περιφερειακή αγορά. Το επιχειρηματικό της μοντέλο είναι δοκιμασμένο και ακολουθεί συγκεκριμένους κανόνες (π.χ. ένα εστιατόριο, ένα δικηγορικό γραφείο, ένα εμπορικό κατάστημα λιανικής). Ο πρωταρχικός στόχος είναι η άμεση επίτευξη σταθερής κερδοφορίας και η διατήρηση μιας βιώσιμης καθημερινής λειτουργίας. Η νεοφυής επιχείρηση (Startup): Πρόκειται για έναν προσωρινό οργανισμό που δημιουργείται με σκοπό να αναζητήσει ένα επαναλαμβανόμενο και κλιμακώσιμο επιχειρηματικό μοντέλο. Συνήθως βασίζεται σε καινοτόμες ιδέες, τεχνολογικές λύσεις ή πρωτοποριακές μεθόδους επίλυσης προβλημάτων που στοχεύουν στην παγκόσμια αγορά. Στην ανάλυση Startup vs παραδοσιακή επιχείρηση, γίνεται σαφές ότι η πρώτη γεννιέται για να διαταράξει μια αγορά (disruption), ενώ η δεύτερη δημιουργείται για να ενσωματωθεί ομαλά σε αυτήν. Δείτε ακόμη: Επιχειρηματικότητα στην Ελλάδα: Πόσο εύκολο είναι πραγματικά να χτίσεις μια επιχείρηση σήμερα; Δυνατότητα κλιμάκωσης (Scalability) και ρυθμός ανάπτυξης Ο ρυθμός και ο τρόπος ανάπτυξης αποτελεί ίσως τον πιο καθοριστικό παράγοντα στη διάκριση Startup vs παραδοσιακή επιχείρηση. Μια κλασική επιχείρηση αναπτύσσεται συνήθως γραμμικά. Για να αυξήσει τα έσοδά της ένα λογιστικό γραφείο ή ένα αρτοποιείο, απαιτείται αντίστοιχη αύξηση των ωρών εργασίας, πρόσληψη περισσότερου προσωπικού ή άνοιγμα νέων φυσικών υποκαταστημάτων. Αυτό σημαίνει ότι τα λειτουργικά έξοδα αυξάνονται σχεδόν παράλληλα με τα έσοδα. Αντίθετα, στον πυρήνα της σύγκρισης Startup vs παραδοσιακή επιχείρηση, η startup σχεδιάζεται εξαρχής για εκθετική ανάπτυξη. Ένα λογισμικό (SaaS) ή μια ψηφιακή πλατφόρμα μπορεί να εξυπηρετήσει από 1.000 έως 1.000.000 χρήστες χωρίς να χρειαστεί να πολλαπλασιάσει αναλογικά το κόστος παραγωγής ή το προσωπικό της. Αυτή η ασύμμετρη σχέση μεταξύ εσόδων και λειτουργικών εξόδων επιτρέπει στις νεοφυείς επιχειρήσεις να επιτυγχάνουν ταχύτατη διεθνή εξάπλωση. Χρηματοδότηση, επενδυτικά κεφάλαια και ταμειακή ροή Ο τρόπος άντλησης κεφαλαίων και η οικονομική διαχείριση αναδεικνύουν επιπλέον σημαντικές πτυχές στο ζήτημα Startup vs παραδοσιακή επιχείρηση. Χρηματοδότηση παραδοσιακού μοντέλου: Βασίζεται κατά κύριο λόγο σε ίδια κεφάλαια του ιδιοκτήτη (bootstrapping), τραπεζικό δανεισμό ή οικογενειακή υποστήριξη. Η επιχείρηση οφείλει να παράγει θετικές ταμειακές ροές από τις πρώτες κιόλας ημέρες για να εξυπηρετεί τα δάνεια και να καλύπτει τα καθημερινά λειτουργικά της έξοδα. Χρηματοδότηση Startup: Λόγω του υψηλού κόστους έρευνας, ανάπτυξης και μάρκετινγκ, οι startups σπάνια είναι κερδοφόρες στα αρχικά στάδια. Χρηματοδοτούνται μέσα από διαδοχικούς γύρους επενδύσεων από Angel Investors, Venture Capital funds και επιταχυντές (accelerators). Οι επενδυτές αυτοί παραχωρούν κεφάλαια με αντάλλαγμα μετοχικό μερίδιο, προσβλέποντας σε τεράστια υπεραξία στο μέλλον. Η χρηματοοικονομική προσέγγιση στο δίλημμα Startup vs παραδοσιακή επιχείρηση δείχνει ότι η μία εστιάζει στην άμεση ρευστότητα, ενώ η άλλη στην αύξηση της συνολικής αξίας της εταιρείας. Διαβάστε ακόμη: Γιατί κλείνουν οι μικρές επιχειρήσεις στην Ελλάδα; Οι βασικότεροι λόγοι αποτυχίας Επίπεδα κινδύνου, αβεβαιότητα και ποσοστά αποτυχίας Η διαχείριση της αβεβαιότητας αποτελεί θεμελιώδη διαχωριστική γραμμή όταν εξετάζεται το Startup vs παραδοσιακή επιχείρηση. Σε ένα κλασικό επιχειρηματικό εγχείρημα, ο κίνδυνος είναι υπαρκτός αλλά προβλέψιμος. Η ζήτηση για βασικά αγαθά και υπηρεσίες είναι ήδη αποδεδειγμένη. Η επιτυχία εξαρτάται κυρίως από την ποιότητα εκτέλεσης, τη σωστή τοποθεσία, την τιμολόγηση και την εξυπηρέτηση πελατών. Αντιθέτως, μια νεοφυής επιχείρηση λειτουργεί υπό συνθήκες ακραίας αβεβαιότητας. Πολλές φορές προσπαθεί να λύσει ένα πρόβλημα με τρόπο που δεν έχει δοκιμαστεί ποτέ ξανά ή δημιουργεί μια εντελώς νέα αγορά. Για τον λόγο αυτό, τα ποσοστά αποτυχίας στις startups αγγίζουν το 90%. Ωστόσο, όταν μια startup πετυχαίνει, οι αποδόσεις της ξεπερνούν κατά πολύ οποιαδήποτε συμβατική επένδυση. Στο πλαίσιο του Startup vs παραδοσιακή επιχείρηση, η startup αντιπροσωπεύει το μοντέλο «υψηλός κίνδυνος – υψηλή απόδοση» (high risk – high reward). Κουλτούρα εργασίας, οργανωτική δομή και ευελιξία Ο τρόπος διοίκησης και το εργασιακό περιβάλλον διαφοροποιούνται έντονα στη μελέτη του θέματος Startup vs παραδοσιακή επιχείρηση. Οργανωτική ιεραρχία: Η παραδοσιακή δομή ακολουθεί συνήθως ένα ιεραρχικό μοντέλο από πάνω προς τα κάτω (top-down), με αυστηρά οριοθετημένους ρόλους, τμήματα και τυπικές γραφειοκρατικές διαδικασίες. Ευέλικτη δομή (Agile): Οι startups υιοθετούν οριζόντια ιεραρχία, όπου η επικοινωνία είναι άμεση και οι ρόλοι συχνά αλληλεπικαλύπτονται. Χαρακτηρίζονται από ταχύτατη λήψη αποφάσεων και συνεχή πειραματισμό. Στρατηγική προσαρμογή (Pivot): Εάν ένα προϊόν δεν βρίσκει ανταπόκριση στην αγορά (Product-Market Fit), η startup έχει την ευελιξία να αλλάξει άμεσα κατεύθυνση, κάτι που είναι εξαιρετικά δύσκολο για έναν παραδοσιακό οργανισμό με βαριές πάγιες υποδομές. Στρατηγική εξόδου (Exit Strategy) και μακροπρόθεσμο όραμα Μια ακόμη καίρια διαφορά στο Startup vs παραδοσιακή επιχείρηση αφορά το τελικό όραμα των ιδρυτών. Ο ιδιοκτήτης μιας κλασικής επιχείρησης συνήθως στοχεύει στη διατήρηση της δραστηριότητας για δεκαετίες, δημιουργώντας ένα σταθερό οικογενειακό εισόδημα ή μια επιχείρηση που θα κληροδοτηθεί στην επόμενη γενιά. Η μακροβιότητα και η σταθερότητα αποτελούν το κύριο μέλημα. Αντίθετα, οι ιδρυτές μιας startup σχεδιάζουν συχνά από την αρχή μια στρατηγική εξόδου (Exit Strategy). Ο στόχος είναι η ταχεία αύξηση της αποτίμησης της εταιρείας ώστε σε ορίζοντα 5 έως 10 ετών να εξαγοραστεί από έναν τεχνολογικό κολοσσό ή να εισαχθεί σε κάποιο χρηματιστήριο αξιών (IPO). Η σύγκριση Startup vs παραδοσιακή επιχείρηση δεν αφορά το ποιο μοντέλο είναι ανώτερο, αλλά το ποιο ταιριάζει καλύτερα στους στόχους, στις δεξιότητες και στην ανοχή κινδύνου του κάθε επιχειρηματία. Η παραδοσιακή επιχείρηση προσφέρει προβλεψιμότητα, σταθερότητα και άμεση επαφή με την τοπική κοινωνία. Η startup προσφέρει τη δυνατότητα παγκόσμιας καινοτομίας, ραγδαίας κλιμάκωσης και δημιουργίας τεράστιας υπεραξίας. Για περισσότερες αναλύσεις, απόψεις και ενημέρωση γύρω από την επιχειρηματικότητα, την τεχνολογία και την οικονομία, επισκεφθείτε το opinionfeed.gr. Δείτε επίσης: Τι είναι το break-even point και πότε μια επιχείρηση αρχίζει πραγματικά να βγάζει χρήματα;

The Price Transparency Problem: Τι αλλάζει όταν οι πελάτες μπορούν να παρακολουθούν κάθε αλλαγή τιμής

The Price Transparency Problem: Τι αλλάζει όταν οι πελάτες μπορούν να παρακολουθούν κάθε αλλαγή τιμής

Για χρόνια, μια τιμή λειτουργούσε κυρίως ως στιγμιότυπο. Ο πελάτης έμπαινε σε ένα κατάστημα ή ένα e-shop, έβλεπε το ποσό που ίσχυε εκείνη τη στιγμή και αποφάσιζε αν θα αγοράσει. Σήμερα αυτή η σχέση αλλάζει. Price comparison engines, ιστορικά τιμών, alerts και browser tools επιτρέπουν στον καταναλωτή να δει όχι μόνο πόσο κοστίζει ένα προϊόν τώρα, αλλά και πόσο κόστιζε πριν από λίγες ημέρες ή εβδομάδες. Για το Market Insiders, αυτό δημιουργεί ένα ευρύτερο Price Transparency Problem. Η επιχείρηση δεν διαχειρίζεται πλέον μόνο τη σημερινή τιμή της. Διαχειρίζεται ένα ιστορικό που μπορεί να παρακολουθεί ο πελάτης, ο ανταγωνιστής και οποιοσδήποτε θέλει να καταλάβει τη pricing strategy της. Η τιμή αποκτά μνήμη Όταν ο πελάτης έβλεπε μόνο τη σημερινή τιμή, κάθε προσφορά μπορούσε σε μεγάλο βαθμό να αξιολογηθεί μεμονωμένα. Αν ένα προϊόν εμφανιζόταν στα 79 ευρώ αντί για 99, το μήνυμα ήταν απλό: υπάρχει έκπτωση 20 ευρώ. Με το price history, όμως, η αξιολόγηση αλλάζει, γιατί ο καταναλωτής μπορεί πλέον να αναρωτηθεί πόσο κόστιζε πραγματικά το ίδιο προϊόν πριν από λίγες ημέρες ή εβδομάδες. Αν ανακαλύψει ότι πριν από μία εβδομάδα η τιμή ήταν 74 ευρώ, η σημερινή «προσφορά» στα 79 παύει να φαίνεται το ίδιο ελκυστική. Η επιχείρηση δεν ανταγωνίζεται πλέον μόνο την προηγούμενη αναγραφόμενη τιμή ή έναν competitor, αλλά και το ίδιο της το ιστορικό. Η τιμή αποκτά έτσι μνήμη, και αυτή η μνήμη αλλάζει τον τρόπο με τον οποίο λειτουργούν οι προσφορές και τα promotional messages. Η διαφάνεια περιορίζει το περιθώριο για pricing theatre Οι εκπτώσεις χρησιμοποιούνται εδώ και δεκαετίες ως εργαλείο urgency και conversion. Όταν όμως ο πελάτης μπορεί να παρακολουθεί την εξέλιξη της τιμής, γίνεται δυσκολότερο να δημιουργηθεί τεχνητά η αίσθηση μιας μεγάλης ευκαιρίας. Μια επιχείρηση που αυξάνει συχνά την αρχική τιμή πριν εφαρμόσει έκπτωση ή εναλλάσσει συνεχώς promotional periods μπορεί να βρεθεί απέναντι σε έναν καταναλωτή που διαθέτει πλέον πολύ περισσότερα δεδομένα από όσα είχε στο παρελθόν. Αυτό δεν σημαίνει ότι οι προσφορές χάνουν την αξία τους. Σημαίνει όμως ότι πρέπει να στηρίζονται περισσότερο σε πραγματική οικονομική αξία και λιγότερο στην υπόθεση ότι ο πελάτης δεν θυμάται ή δεν μπορεί να ελέγξει τι συνέβαινε πριν από δύο εβδομάδες. Ο ανταγωνισμός γίνεται πιο γρήγορος Η ίδια price transparency που βοηθά τον καταναλωτή δίνει περισσότερη πληροφορία και στους ανταγωνιστές. Ένα retailer μπορεί πλέον να παρακολουθεί τις τιμές άλλων καταστημάτων πολύ πιο συστηματικά και να αντιδρά σε αλλαγές σχεδόν άμεσα, μετατρέποντας το competitive pricing από περιοδική άσκηση σε συνεχή διαδικασία. Αυτό μπορεί να δημιουργήσει μια νέα μορφή πίεσης στην αγορά. Μια επιχείρηση μειώνει την τιμή, ένας ανταγωνιστής αντιδρά και ένας τρίτος ακολουθεί. Μέσα σε σύντομο χρονικό διάστημα, μια προσωρινή εμπορική κίνηση μπορεί να εξελιχθεί σε ευρύτερη price compression για ολόκληρη την κατηγορία. Η μεγαλύτερη διαφάνεια, επομένως, δεν σημαίνει μόνο καλύτερη πληροφόρηση· σημαίνει και ταχύτερη μετάδοση των pricing decisions σε ολόκληρη την αγορά. Το χαμηλότερο price point μπορεί να γίνει νέο σημείο αναφοράς Ένα από τα πιο δύσκολα προβλήματα εμφανίζεται όταν μια επιχείρηση μειώνει σημαντικά την τιμή ενός προϊόντος για μικρό χρονικό διάστημα. Η κίνηση μπορεί να έχει απολύτως λογικό οικονομικό υπόβαθρο, όπως clearance, εποχικότητα, ανάγκη για cash flow ή μια συγκεκριμένη promotional campaign. Ο πελάτης όμως μπορεί να αποθηκεύσει αυτή τη χαμηλότερη τιμή ως νέο reference point. Αν ένα προϊόν που πωλείται κανονικά στα 150 ευρώ πέσει μία φορά στα 110, η επιστροφή στα 150 μπορεί να αρχίσει να φαίνεται υπερβολική, ακόμη κι αν τα 110 δεν ήταν ποτέ βιώσιμη μακροχρόνια τιμή. Το price transparency κάνει αυτή τη χαμηλότερη τιμή πολύ πιο δύσκολο να ξεχαστεί. Έτσι, μια βραχυπρόθεσμη promotion μπορεί να επηρεάσει μακροπρόθεσμα το perceived value του προϊόντος και να αλλάξει τον τρόπο με τον οποίο ο πελάτης αξιολογεί όλες τις μελλοντικές τιμές. Οι συνεχείς προσφορές μπορούν να δημιουργήσουν discount dependency Όταν ένας retailer χρησιμοποιεί εκπτώσεις πολύ συχνά, οι πελάτες αρχίζουν σταδιακά να προσαρμόζουν τη συμπεριφορά τους. Η έκπτωση παύει να αντιμετωπίζεται ως σπάνια ευκαιρία και αρχίζει να θεωρείται κάτι που αργά ή γρήγορα θα επιστρέψει. Έτσι δημιουργείται ένα επικίνδυνο feedback loop. Η επιχείρηση προσφέρει έκπτωση για να αυξήσει τα conversions, οι πελάτες μαθαίνουν να περιμένουν, οι πωλήσεις στη full-price περίοδο αποδυναμώνονται και η επιχείρηση χρειάζεται μια νέα προσφορά για να επαναφέρει τη ζήτηση. Η price transparency μπορεί να ενισχύσει ακόμη περισσότερο αυτό το φαινόμενο, γιατί ο πελάτης γνωρίζει πλέον ότι το προϊόν έχει πέσει ξανά στο παρελθόν σε συγκεκριμένο επίπεδο και μπορεί απλώς να περιμένει μέχρι να επιστρέψει εκεί. Το Dynamic Pricing γίνεται πιο δύσκολο να κρυφτεί Το πρόσφατο άρθρο του Targeted.gr, “Dynamic Pricing: Τι συμβαίνει όταν ο πελάτης βλέπει διαφορετική τιμή κάθε φορά;”, εξετάζει το θέμα από την πλευρά του consumer behaviour: τι συμβαίνει όταν η τιμή αλλάζει συχνά και ο πελάτης αρχίζει να αμφισβητεί αν η σημερινή τιμή είναι πραγματικά καλή. Από επιχειρηματική σκοπιά, το ίδιο φαινόμενο δημιουργεί διαφορετικό πρόβλημα. Ένα dynamic pricing system μπορεί να είναι ιδιαίτερα αποτελεσματικό όταν προσαρμόζει την τιμή στη ζήτηση, τη διαθεσιμότητα ή στις συνθήκες της αγοράς. Όσο όμως αυτές οι κινήσεις καταγράφονται από price-tracking συστήματα, τόσο λιγότερο «αόρατη» γίνεται η στρατηγική. Ο πελάτης μπορεί να αρχίσει να εντοπίζει μοτίβα, ο ανταγωνιστής μπορεί να καταλάβει πότε το brand μειώνει τιμές και η ίδια η επιχείρηση πρέπει να υπολογίζει ότι κάθε price move μπορεί να αφήνει ένα δημόσιο ίχνος. Η ευελιξία παραμένει, αλλά η δυνατότητα να αλλάζει η τιμή χωρίς να γίνεται αντιληπτό το pattern μειώνεται. Το margin βρίσκεται υπό νέα πίεση Για πολλές επιχειρήσεις, το pricing αποτελεί ισορροπία ανάμεσα σε conversion και margin. Η μεγαλύτερη διαφάνεια μπορεί να μετακινήσει αυτή την ισορροπία, ιδιαίτερα όταν οι καταναλωτές συγκρίνουν εύκολα τιμές και γνωρίζουν ποιο ήταν το πρόσφατο χαμηλό. Η δυνατότητα ενός retailer να διατηρήσει υψηλότερο margin χωρίς σαφή διαφοροποίηση γίνεται πιο περιορισμένη, ειδικά σε κατηγορίες όπου τα προϊόντα είναι σχεδόν πανομοιότυπα μεταξύ διαφορετικών καταστημάτων. Αν δύο e-shops πουλούν ακριβώς το ίδιο smartphone, laptop ή ηλεκτρική συσκευή, η τιμή γίνεται ένα πολύ πιο ορατό competitive variable. Σε αυτές τις περιπτώσεις, η επιχείρηση χρειάζεται να δημιουργήσει αξία και σε άλλες διαστάσεις: καλύτερη διαθεσιμότητα, ταχύτερη παράδοση, after-sales support, εγγύηση, loyalty benefits ή μεγαλύτερη ευκολία αγοράς. Διαφορετικά, ο ανταγωνισμός κινδυνεύει να συμπιεστεί σε ένα και

Βύρων Νικολαΐδης: Πώς η PeopleCert εξελίχθηκε σε παγκόσμια δύναμη των πιστοποιήσεων

Βύρων Νικολαΐδης: Πώς η PeopleCert εξελίχθηκε σε παγκόσμια δύναμη των πιστοποιήσεων

Ο Βύρων Νικολαΐδης έχει συνδέσει το όνομά του με μία από τις σημαντικότερες διεθνείς επιχειρηματικές διαδρομές ελληνικής αφετηρίας. Η PeopleCert, που ιδρύθηκε το 2000, εξελίχθηκε σε παγκόσμιο όμιλο πιστοποίησης επαγγελματικών και γλωσσικών δεξιοτήτων, με παρουσία σε περισσότερες από 200 χώρες. Καθοριστικό σημείο αποτέλεσε η εξαγορά της AXELOS το 2021, σε συμφωνία περίπου €450 εκατ. Μέσω αυτής, η PeopleCert απέκτησε διεθνώς αναγνωρισμένα frameworks όπως τα ITIL και PRINCE2, ενισχύοντας σημαντικά τη θέση της στην παγκόσμια αγορά πιστοποιήσεων. Η ανάπτυξη συνεχίστηκε το 2025 με την απόκτηση των εμπορικών δραστηριοτήτων πιστοποίησης και κατάρτισης της ιστορικής City & Guilds στη Βρετανία. Η συμφωνία πρόσθεσε περίπου €185 εκατ. ετήσιων εσόδων, ανεβάζοντας τον συνδυασμένο κύκλο εργασιών του ομίλου κοντά στα €350 εκατ. Για το Market Insiders, η επιχειρηματική πορεία του Βύρωνα Νικολαΐδη αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα του πώς μια εταιρεία μπορεί να περάσει από την παροχή υπηρεσιών στην ιδιοκτησία διεθνών brands, τεχνογνωσίας και πνευματικής ιδιοκτησίας, δημιουργώντας ένα επιχειρηματικό μοντέλο με πραγματικά παγκόσμια κλίμακα. Ποιος είναι ο Βύρων Νικολαΐδης Ο Βύρων Νικολαΐδης είναι ο ιδρυτής και CEO της PeopleCert. Γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Κωνσταντινούπολη, σπούδασε Business Administration στο Bosphorus University και απέκτησε MBA από το University of La Verne. Πριν ακολουθήσει την επιχειρηματική του διαδρομή, εργάστηκε στη Merrill Lynch, όπου διετέλεσε International Vice President την περίοδο 1987-1992. Η χρηματοοικονομική του καριέρα θα μπορούσε να αποτελέσει από μόνη της μια ασφαλή επαγγελματική πορεία. Δεν αποτέλεσε όμως τον τελικό προορισμό. Μετά την αποχώρησή του από τη Merrill Lynch ακολούθησαν διαφορετικές επιχειρηματικές δραστηριότητες, μέχρι την ίδρυση της PeopleCert το 2000. Σε παλαιότερη συνέντευξή του είχε περιγράψει την αναζήτηση μιας δραστηριότητας που δεν θα περιστρεφόταν αποκλειστικά γύρω από το οικονομικό αποτέλεσμα ως σημαντικό κομμάτι αυτής της μετάβασης. Η δημιουργία της PeopleCert Η PeopleCert ιδρύθηκε το 2000 με αντικείμενο την αξιολόγηση και πιστοποίηση δεξιοτήτων. Η αγορά στην οποία μπήκε είχε ένα ιδιαίτερο χαρακτηριστικό. Οι πιστοποιήσεις δεν είναι ένα απλό προϊόν που αγοράζεται μία φορά. Βασίζονται στην αξιοπιστία, στην αναγνωρισιμότητα των standards, στη δυνατότητα ασφαλούς διεξαγωγής εξετάσεων και σε ένα διεθνές δίκτυο εκπαιδευτικών και εξεταστικών συνεργατών. Αυτό σημαίνει ότι η τεχνολογία από μόνη της δεν αρκεί. Χρειάζεται ταυτόχρονα εμπιστοσύνη, περιεχόμενο, standards, distribution και διεθνής αναγνώριση. Η PeopleCert επένδυσε σταδιακά και στα πέντε. Σήμερα δηλώνει παρουσία σε περισσότερες από 200 χώρες, συνεργασία με περίπου 50.000 εταιρείες —μεταξύ αυτών το 82% των Fortune 500— και εκατοντάδες κυβερνητικούς οργανισμούς. Η διάθεση των προϊόντων της πραγματοποιείται μέσω δικτύου περίπου 2.500 συνεργατών και χιλιάδων οργανισμών που αναγνωρίζουν τις πιστοποιήσεις της. Από την εξέταση στην τεχνολογία Ένα από τα στοιχεία που επέτρεψαν στην PeopleCert να αναπτυχθεί διεθνώς ήταν η αντιμετώπιση της εξέτασης όχι μόνο ως εκπαιδευτικής διαδικασίας αλλά και ως τεχνολογικού προϊόντος. Η online επιτήρηση εξετάσεων, η διαχείριση εξεταστικών διαδικασιών σε μεγάλη κλίμακα και η δυνατότητα παράδοσης πιστοποιήσεων σε πολλές χώρες με κοινές προδιαγραφές έδωσαν στην εταιρεία την υποδομή για να λειτουργεί σε μια αγορά σημαντικά μεγαλύτερη από την ελληνική. Η διεθνής ανάπτυξη δεν βασίστηκε επομένως αποκλειστικά στην πώληση περισσότερων εξετάσεων. Βασίστηκε στη δημιουργία μιας πλατφόρμας ικανής να υποστηρίξει ένα παγκόσμιο οικοσύστημα πιστοποίησης. Η συγκεκριμένη λογική —ένα τεχνολογικό προϊόν που σχεδιάζεται από σχετικά νωρίς για διεθνή κλίμακα— εμφανίζεται και σε άλλες εταιρείες ελληνικής αφετηρίας. Σε διαφορετικό βέβαια κλάδο, η πορεία του Χάρη Πυλαρινού και της Hack The Box δείχνει επίσης πώς μια εξειδικευμένη τεχνολογική κοινότητα μπορεί να μετατραπεί σε προϊόν με παγκόσμια αγορά. Η σχέση με την AXELOS άλλαξε την κλίμακα Η συνεργασία με την AXELOS αποτέλεσε κομβικό σημείο. Η AXELOS είχε δημιουργηθεί ως joint venture της βρετανικής κυβέρνησης και της Capita και διαχειριζόταν διεθνώς αναγνωρισμένα frameworks όπως τα ITIL και PRINCE2. Η PeopleCert είχε ήδη αναπτύξει στενή συνεργασία μαζί της και το 2017 ανακοίνωσε πολυετή αποκλειστική συμφωνία για την παγκόσμια παροχή υπηρεσιών accreditation και examinations για τα σχετικά προγράμματα. Τέσσερα χρόνια αργότερα, η σχέση πελάτη-συνεργάτη μετατράπηκε σε κάτι πολύ μεγαλύτερο. Το 2021 η PeopleCert απέκτησε την AXELOS σε συμφωνία αξίας £380 εκατ., περίπου €450 εκατ. με τις τότε ισοτιμίες. Για τη χρηματοδότηση της συναλλαγής εκδόθηκε ομόλογο €300 εκατ., ενώ μέρος της χρηματοδότησης προήλθε από ίδια κεφάλαια της PeopleCert και την FTV Capital. Αυτό άλλαξε ουσιαστικά τη θέση της εταιρείας στην αλυσίδα αξίας. Η PeopleCert δεν ήταν πλέον μόνο ο οργανισμός που διενεργούσε εξετάσεις για κορυφαία frameworks. Ήταν και ο οργανισμός που τα κατείχε. Το πραγματικό νόημα της εξαγοράς Αυτό είναι ίσως το πιο ενδιαφέρον επιχειρηματικό στοιχείο στην ιστορία του Βύρωνα Νικολαΐδη. Μια εταιρεία μπορεί να μεγαλώνει πουλώντας περισσότερο. Μπορεί όμως να μεγαλώνει και αποκτώντας τα assets πάνω στα οποία βασίζεται ολόκληρη η αγορά της. Με την AXELOS, η PeopleCert απέκτησε διεθνώς αναγνωρισμένη πνευματική ιδιοκτησία. Δεν αγόρασε απλώς έσοδα. Απέκτησε brands, standards και frameworks που χρησιμοποιούνται από επαγγελματίες και οργανισμούς σε ολόκληρο τον κόσμο. Σε όρους στρατηγικής, αυτή η μετάβαση δημιουργεί μεγαλύτερο έλεγχο στο προϊόν, μεγαλύτερη δυνατότητα ανάπτυξης νέων υπηρεσιών και βαθύτερη σχέση με το παγκόσμιο οικοσύστημα συνεργατών και χρηστών. Οι εξαγορές έγιναν μέρος της στρατηγικής Η AXELOS δεν έμεινε μεμονωμένη περίπτωση. Η PeopleCert απέκτησε επίσης το DevOps Institute, μια διεθνή κοινότητα και οργανισμό πιστοποίησης στον χώρο του DevOps, καθώς και πιστοποιήσεις της QAI στους τομείς Business Analysis, Software Testing και Software Quality. Έτσι άρχισε να διαμορφώνεται κάτι μεγαλύτερο από μια εταιρεία εξετάσεων. Ένα house of certification brands και intellectual property. Αυτή η προσέγγιση επιτρέπει στον όμιλο να δραστηριοποιείται σε διαφορετικές πλευρές της αγοράς επαγγελματικών δεξιοτήτων, χωρίς κάθε νέο προϊόν να χρειάζεται να δημιουργηθεί από μηδενική βάση. City & Guilds: Το επόμενο μεγάλο βήμα Η στρατηγική αυτή έγινε ακόμη πιο ξεκάθαρη το 2025. Τον Οκτώβριο εκείνης της χρονιάς η PeopleCert ανακοίνωσε συμφωνία για την απόκτηση των εμπορικών δραστηριοτήτων awarding, assessment και training της City & Guilds of London Institute, ενός οργανισμού με ιστορία που ξεκινά το 1878. Η συναλλαγή περιέλαβε, μεταξύ άλλων, τα City & Guilds Training, Gen2, Intertrain, ILM και The Oxford Group, καθώς και εγκαταστάσεις και άλλα περιουσιακά στοιχεία στο Ηνωμένο Βασίλειο. Η ολοκλήρωση της πώλησης επιβεβαιώθηκε στις 31 Οκτωβρίου 2025. Το μέγεθος είναι ενδεικτικό. Οι δραστηριότητες που αποκτήθηκαν αντιστοιχούσαν σε περίπου £160 εκατ. —περίπου €185 εκατ.— ετήσιων εσόδων. Σύμφωνα με την PeopleCert, ο συνδυασμένος όμιλος τοποθετείται πλέον περίπου στη ζώνη των £300 εκατ., δηλαδή περίπου €350

The Authenticity Paradox: Τι συμβαίνει όταν ένα brand προσπαθεί να κλιμακώσει το UGC

The Authenticity Paradox Τι συμβαίνει όταν ένα brand προσπαθεί να κλιμακώσει το UGC

Το UGC Marketing έγινε δημοφιλές επειδή μοιάζει πιο φυσικό και λιγότερο διαφημιστικό. Όταν όμως ένα brand επιχειρεί την κλιμάκωση του UGC και χρειάζεται δεκάδες ή εκατοντάδες UGC-style videos, εμφανίζονται briefs, creators, approvals, usage rights και συνεχής ανάγκη για νέα creative variations. Εκεί προκύπτει το Authenticity Paradox στο UGC: όσο περισσότερο μια επιχείρηση οργανώνει και κλιμακώνει το creator content, τόσο μεγαλύτερος γίνεται ο κίνδυνος να χαθεί η αυθεντικότητα που το έκανε αποτελεσματικό εξαρχής. Το ζήτημα αφορά όχι μόνο το marketing, αλλά και το scaling, τα operations και το quality control. Τι είναι το Authenticity Paradox στο UGC; Το Authenticity Paradox περιγράφει την αντίφαση ανάμεσα στην ανάγκη ενός brand να παράγει UGC-style content σε μεγάλη κλίμακα και στην ανάγκη αυτού του περιεχομένου να εξακολουθεί να φαίνεται προσωπικό, διαφορετικό και φυσικό. Σε μικρή κλίμακα το πρόβλημα είναι περιορισμένο. Ένας creator μπορεί να λάβει ένα προϊόν, να το χρησιμοποιήσει και να δημιουργήσει ένα video με τη δική του φωνή. Όταν όμως η ίδια εταιρεία συνεργάζεται με δεκάδες creators, χρειάζεται κάποια μορφή standardisation. Πρέπει να εξηγηθεί το προϊόν, να προστατευτούν οι βασικοί brand claims, να συμφωνηθούν deadlines και να ελεγχθεί ότι το τελικό αποτέλεσμα μπορεί πράγματι να χρησιμοποιηθεί. Η δομή είναι απαραίτητη. Το πρόβλημα αρχίζει όταν η δομή γίνεται τόσο αυστηρή ώστε όλοι οι creators να ακούγονται σαν διαφορετικοί άνθρωποι που διαβάζουν το ίδιο script. Το UGC γίνεται δύσκολο τη στιγμή που αρχίζει να λειτουργεί Ένα brand που δοκιμάζει UGC με λίγους creators μπορεί να λειτουργεί σχετικά άτυπα. Όταν όμως το format αποδειχθεί αποτελεσματικό, η λογική της ανάπτυξης ωθεί την επιχείρηση να παράγει περισσότερο. Περισσότεροι creators σημαίνουν περισσότερα videos. Περισσότερα videos σημαίνουν περισσότερα briefs, διαφορετικές ημερομηνίες παράδοσης, περισσότερα approvals και μεγαλύτερη ανάγκη να παρακολουθείται ποιο creative χρησιμοποιείται, πού και για πόσο διάστημα. Το ίδιο το success δημιουργεί therefore complexity. Αυτό θυμίζει μια ευρύτερη επιχειρηματική αρχή που έχουμε ήδη εξετάσει στο Market Insiders: η ανάπτυξη δεν προσθέτει μόνο revenue ή δυνατότητες. Προσθέτει επίσης coordination cost. Στο UGC, αυτό το κόστος εμφανίζεται με τη μορφή creator operations. Από creator content σε creator operations Σε μεγάλη κλίμακα, το UGC παύει να είναι απλώς δημιουργία περιεχομένου. Μετατρέπεται σε διαδικασία. Η εταιρεία πρέπει να γνωρίζει ποιος creator έχει λάβει ποιο προϊόν, ποιο brief ακολουθεί, πότε παραδίδει, ποιες διορθώσεις χρειάζονται και ποια δικαιώματα χρήσης έχει παραχωρήσει. Παράλληλα, πρέπει να υπάρχει εικόνα για το ποιο creative αποδίδει καλύτερα και ποιες ιδέες έχουν ήδη χρησιμοποιηθεί τόσο πολύ ώστε να αρχίζουν να κουράζουν το κοινό. Έτσι δημιουργείται μια νέα operational λειτουργία, έστω και αν δεν υπάρχει επίσημα με αυτό το όνομα. Το brand δεν διαχειρίζεται απλώς creators. Διαχειρίζεται μια μικρή αποκεντρωμένη μηχανή παραγωγής περιεχομένου. Το brief πρέπει να καθοδηγεί χωρίς να γράφει το video Εδώ βρίσκεται ίσως μία από τις δυσκολότερες ισορροπίες στο scaling του UGC. Ένα πολύ χαλαρό brief μπορεί να οδηγήσει σε περιεχόμενο που δεν εξηγεί σωστά το προϊόν, περιλαμβάνει ανακριβή claims ή τελικά δεν υπηρετεί τον στόχο της καμπάνιας. Από την άλλη πλευρά, ένα υπερβολικά λεπτομερές brief μπορεί να μετατρέψει κάθε creator σε παρουσιαστή του ίδιου advertising script, ακυρώνοντας μεγάλο μέρος της φυσικότητας που έκανε εξαρχής το format ενδιαφέρον. Το πιο λειτουργικό μοντέλο βρίσκεται κάπου ανάμεσα. Το brand χρειάζεται να καθορίζει το βασικό μήνυμα, τα στοιχεία που πρέπει να είναι απολύτως ακριβή, τα claims που μπορούν να χρησιμοποιηθούν, τα χαρακτηριστικά του προϊόντος που αξίζει να παρουσιαστούν και φυσικά το επιθυμητό αποτέλεσμα της επικοινωνίας. Ο creator όμως πρέπει να διατηρεί αρκετό χώρο στο πώς θα μεταφέρει αυτά τα στοιχεία στο δικό του κοινό. Όταν μια εταιρεία ελέγχει όχι μόνο το «τι» αλλά και κάθε λέξη του «πώς», η αυθεντικότητα κινδυνεύει να μετατραπεί σε ένα ακόμη αισθητικό εφέ της διαφήμισης. Brand consistency και creator voice δεν είναι το ίδιο πράγμα Πολλές επιχειρήσεις ταυτίζουν το consistency με την ανάγκη να παρουσιάζεται παντού ακριβώς το ίδιο μήνυμα, με την ίδια φρασεολογία και σχεδόν την ίδια δημιουργική δομή. Στο UGC όμως αυτή η προσέγγιση μπορεί να είναι αντίθετη με τον ίδιο τον λόγο για τον οποίο χρησιμοποιούνται διαφορετικοί creators. Το brand consistency μπορεί να αφορά τις βασικές αλήθειες του προϊόντος, το positioning, το ύφος της εταιρείας και τα όρια μέσα στα οποία μπορεί να κινηθεί η επικοινωνία. Δεν σημαίνει απαραίτητα ότι κάθε creator πρέπει να χρησιμοποιεί το ίδιο hook, το ίδιο vocabulary ή την ίδια δομή video. Η διαφορετική φωνή αποτελεί κομμάτι της αξίας του creator ecosystem. Αν ένας νεότερος creator, ένας γονέας και ένας επαγγελματίας παρουσιάζουν το ίδιο προϊόν με ακριβώς τον ίδιο τρόπο, τότε το brand δεν αξιοποιεί τρεις διαφορετικές οπτικές. Στην πράξη δημιουργεί το ίδιο creative τρεις φορές, αλλάζοντας μόνο το πρόσωπο μπροστά στην κάμερα. Όσο αυξάνονται τα approvals, τόσο μεγαλώνει το friction Η κλιμάκωση του UGC φέρνει μαζί της και ένα λιγότερο ορατό πρόβλημα: το approval debt. Όταν η παραγωγή είναι μικρή, ένα άτομο μπορεί να ελέγξει ένα video, να δώσει feedback και να προχωρήσει γρήγορα στη δημοσίευση. Σε μεγαλύτερη εταιρεία όμως μπορεί να χρειάζεται να συμμετέχουν το marketing, το legal, το product team, το brand department και ενδεχομένως ένα εξωτερικό agency. Κάθε επιπλέον επίπεδο έγκρισης μειώνει έναν πιθανό κίνδυνο, αλλά ταυτόχρονα αυξάνει τον χρόνο που μεσολαβεί από την ιδέα μέχρι τη δημοσίευση. Αν η διαδικασία γίνει υπερβολικά αργή, το brand μπορεί να χάσει ένα από τα σημαντικότερα πλεονεκτήματα του UGC: την ταχύτητα με την οποία μπορεί να ακολουθεί νέα formats, trends και πραγματικές συζητήσεις που εμφανίζονται στην αγορά. Το ζητούμενο επομένως δεν είναι να εγκρίνονται τα πάντα από όλους, αλλά να διαχωρίζονται τα στοιχεία που απαιτούν πραγματικά έλεγχο από εκείνα που μπορούν να λειτουργούν μέσα σε προκαθορισμένα guardrails. Έτσι διατηρείται ο έλεγχος χωρίς να δημιουργείται ένα approval process που τελικά εμποδίζει την ίδια την παραγωγή. Usage rights: Το hidden operational layer Πίσω από κάθε creator video υπάρχει και ένα ζήτημα που ο τελικός καταναλωτής σχεδόν ποτέ δεν βλέπει: τα usage rights. Ένα asset μπορεί να έχει δημιουργηθεί μόνο για οργανική δημοσίευση, να επιτρέπεται να χρησιμοποιηθεί σε paid social για συγκεκριμένο διάστημα ή να καλύπτει μόνο ορισμένες αγορές και πλατφόρμες. Όσο μεγαλώνει το content library μιας εταιρείας, τόσο πιο σημαντικό γίνεται να υπάρχει σαφής εικόνα για το ποια δικαιώματα συνοδεύουν κάθε

Platform Dependency: Τι συμβαίνει όταν η ανάπτυξη μιας επιχείρησης εξαρτάται από μία πλατφόρμα

Platform Dependency: Τι συμβαίνει όταν η ανάπτυξη μιας επιχείρησης εξαρτάται από μία πλατφόρμα

Μια επιχείρηση βρίσκει ένα κανάλι που αποδίδει, επενδύει περισσότερο σε αυτό και σταδιακά βασίζει όλο και μεγαλύτερο μέρος της ανάπτυξής της στην ίδια πλατφόρμα. Αυτό μπορεί να αφορά το Google για οργανική επισκεψιμότητα, το Meta ή το TikTok για απόκτηση πελατών, ένα marketplace για πωλήσεις ή ένα app store για διανομή. Όσο το κανάλι λειτουργεί καλά, η εξάρτηση περνά συχνά απαρατήρητη. Το πρόβλημα εμφανίζεται όταν αλλάζουν οι όροι, το κόστος, ο αλγόριθμος ή το distribution και η επιχείρηση διαπιστώνει ότι δεν διαθέτει εύκολη εναλλακτική. Αυτό είναι το Platform Dependency: η κατάσταση κατά την οποία σημαντικό μέρος της ανάπτυξης, της πρόσβασης στους πελάτες ή των εσόδων μιας εταιρείας εξαρτάται από μια εξωτερική πλατφόρμα. Τι είναι το Platform Dependency; Το Platform Dependency περιγράφει την επιχειρηματική εξάρτηση από ένα τρίτο ψηφιακό οικοσύστημα, το οποίο έχει αποκτήσει τόσο κεντρικό ρόλο στη λειτουργία μιας εταιρείας ώστε σημαντικό μέρος της ανάπτυξης, των πωλήσεων ή της πρόσβασης στους πελάτες να περνά μέσα από αυτό. Μια τέτοια πλατφόρμα μπορεί να λειτουργεί ως κανάλι προσέλκυσης πελατών, διαφημιστικό δίκτυο, marketplace, μηχανή αναζήτησης, social network, app store ή ακόμη και ως βασικό σημείο επικοινωνίας με το κοινό. Η εξάρτηση δεν σημαίνει απαραίτητα ότι η επιχείρηση έχει κάνει κάτι λάθος. Αντιθέτως, πολλές φορές δημιουργείται ακριβώς επειδή η συγκεκριμένη πλατφόρμα λειτουργεί πολύ καλά. Ένα e-shop μπορεί, για παράδειγμα, να διαπιστώσει ότι οι Meta Ads φέρνουν το μεγαλύτερο μέρος των νέων πελατών του. Ένα brand μπορεί να αποκτήσει πολύ μεγάλη οργανική απήχηση μέσω TikTok, ενώ ένας seller μπορεί να πραγματοποιεί σημαντικό μέρος των πωλήσεών του μέσα από ένα marketplace. Αντίστοιχα, μια εφαρμογή μπορεί να εξαρτάται σχεδόν αποκλειστικά από τα μεγάλα app stores για τη διανομή της. Σε όλες αυτές τις περιπτώσεις, η επιχειρηματική αξία της πλατφόρμας είναι πραγματική. Το ίδιο όμως ισχύει και για την εξάρτηση που δημιουργείται σταδιακά γύρω από αυτή. Γιατί η εξάρτηση από μία πλατφόρμα δημιουργείται τόσο εύκολα; Οι ψηφιακές πλατφόρμες λύνουν ένα από τα δυσκολότερα προβλήματα μιας επιχείρησης: την πρόσβαση στην αγορά. Διαθέτουν ήδη κοινό, τεχνολογική υποδομή, δεδομένα, μηχανισμούς διανομής, συστήματα πληρωμών, διαφημιστικά εργαλεία και, σε πολλές περιπτώσεις, πολύ ισχυρή αναγνωρισιμότητα. Έτσι, μια εταιρεία δεν χρειάζεται να δημιουργήσει από το μηδέν ολόκληρο το οικοσύστημα που απαιτείται για να βρει πελάτες. Μπορεί ουσιαστικά να «δανειστεί» την υπάρχουσα υποδομή μιας πλατφόρμας και να αποκτήσει πρόσβαση σε κοινό που διαφορετικά θα χρειαζόταν πολύ περισσότερο χρόνο και κεφάλαιο για να χτίσει. Ένα μικρό brand μπορεί να εμφανιστεί μέσω TikTok ή Instagram μπροστά σε χιλιάδες καταναλωτές χωρίς να διαθέτει αντίστοιχα μεγάλο δικό του audience. Ένας seller μπορεί να αξιοποιήσει ένα marketplace και να αποκτήσει σχεδόν άμεσα πρόσβαση σε εκατομμύρια δυνητικούς αγοραστές. Αυτή ακριβώς είναι η δύναμη των platforms: δημιουργούν leverage. Το ίδιο χαρακτηριστικό όμως που επιταχύνει την ανάπτυξη μπορεί, όταν η επιχείρηση βασίζεται όλο και περισσότερο σε αυτό, να οδηγήσει σταδιακά σε Platform Dependency. Από αποτελεσματικό κανάλι σε single point of failure Υπάρχει σημαντική διαφορά ανάμεσα στο «το TikTok είναι ένα πολύ αποδοτικό κανάλι για εμάς» και στο «αν σταματήσει να λειτουργεί το TikTok για εμάς, σταματά και η μηχανή απόκτησης νέων πελατών». Στη δεύτερη περίπτωση, η πλατφόρμα έχει μετατραπεί σε single point of failure. Και το ίδιο μπορεί να συμβεί όχι μόνο στα social media, αλλά σχεδόν σε κάθε εξωτερικό κανάλι πάνω στο οποίο στηρίζεται η εμπορική δραστηριότητα μιας εταιρείας. Αν, για παράδειγμα, το μεγαλύτερο μέρος των πωλήσεων μιας επιχείρησης πραγματοποιείται μέσω ενός marketplace, μια αλλαγή στις προμήθειες, στους όρους συνεργασίας ή στον τρόπο με τον οποίο εμφανίζονται τα προϊόντα μπορεί να έχει άμεσο οικονομικό αντίκτυπο. Αν αντίστοιχα η ζήτηση βασίζεται κυρίως στο οργανικό search traffic, μια σημαντική αλλαγή στον τρόπο παρουσίασης των αποτελεσμάτων μπορεί να επηρεάσει έντονα την επισκεψιμότητα. Το ίδιο ισχύει και στο paid acquisition. Αν μια customer acquisition strategy βασίζεται σχεδόν αποκλειστικά σε ένα advertising ecosystem, μια σημαντική αύξηση στο κόστος απόκτησης πελάτη μπορεί να μεταβάλει τα economics ολόκληρου του business model. Το ρίσκο επομένως δεν βρίσκεται απαραίτητα στην ίδια την πλατφόρμα. Βρίσκεται κυρίως στη συγκέντρωση της εξάρτησης σε αυτή. Το Platform Dependency συχνά δεν φαίνεται όσο η ανάπτυξη συνεχίζεται Ένα από τα χαρακτηριστικά του Platform Dependency είναι ότι συχνά περνά απαρατήρητο όσο η επιχείρηση βρίσκεται σε περίοδο ανάπτυξης. Όταν ένα κανάλι φέρνει σταθερά νέους πελάτες και revenue, η φυσιολογική επιχειρηματική αντίδραση είναι να αυξηθεί η επένδυση σε αυτό. Αυξάνεται το budget, δημιουργείται περισσότερο content, προστίθεται προσωπικό και αναπτύσσονται διαδικασίες ειδικά προσαρμοσμένες στις ανάγκες της συγκεκριμένης πλατφόρμας. Με τον χρόνο, όμως, δεν αυξάνεται μόνο η οικονομική επένδυση. Η ίδια η επιχείρηση μπορεί να αρχίσει να οργανώνεται γύρω από το συγκεκριμένο κανάλι. Η ομάδα marketing αποκτά βαθύτερη τεχνογνωσία πάνω σε αυτό, τα creatives δημιουργούνται με βάση τις δικές του απαιτήσεις και τα reports επικεντρώνονται στα metrics που παρέχει. Ακόμη και οι στόχοι ανάπτυξης μπορεί πλέον να βασίζονται στην υπόθεση ότι το κανάλι θα συνεχίσει να λειτουργεί με περίπου τους ίδιους όρους. Κάπου σε αυτή τη διαδρομή, μια αρχικά tactical επιλογή μπορεί να έχει εξελιχθεί σε στρατηγική εξάρτηση, χωρίς η διοίκηση να έχει λάβει ποτέ συνειδητά την απόφαση ότι θέλει να εξαρτά τόσο μεγάλο μέρος της ανάπτυξής της από μία μόνο πλατφόρμα. Όταν το customer acquisition cost αλλάζει Ένας από τους πιο άμεσους τρόπους με τους οποίους γίνεται ορατό το Platform Dependency είναι μια μεταβολή στο κόστος απόκτησης πελατών. Ας υποθέσουμε ότι μια επιχείρηση έχει δημιουργήσει ένα λειτουργικό μοντέλο στο οποίο αποκτά κάθε νέο πελάτη με κόστος που της επιτρέπει να διατηρεί ικανοποιητικά περιθώρια κέρδους. Όσο το acquisition economics παραμένει σταθερό, μπορεί να συνεχίζει να αναπτύσσεται αυξάνοντας σταδιακά το διαφημιστικό budget. Αν όμως το customer acquisition cost αρχίσει να αυξάνεται σημαντικά, το ίδιο μοντέλο μπορεί γρήγορα να χάσει μέρος της ελκυστικότητάς του. Και όταν δεν υπάρχει δεύτερο ώριμο κανάλι απόκτησης πελατών, δεν είναι εύκολο να μεταφερθεί απλώς το budget κάπου αλλού από τη μία ημέρα στην άλλη. Η δημιουργία ενός νέου acquisition channel απαιτεί χρόνο, testing, διαφορετικά creatives, νέα δεδομένα και συχνά διαφορετική τεχνογνωσία. Η εξάρτηση επομένως δεν επηρεάζει μόνο το κόστος. Περιορίζει και την επιχειρηματική ευελιξία. Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι το paid social. Το Targeted.gr έχει αναλύσει πόσο κοστίζει η διαφήμιση στο TikTok το 2026 και γιατί το media spend αποτελεί μόνο

Μιχάλης Μπότας: Πώς το AI φέρνει το αύριο στο σήμερα για το marketing

Μιχάλης Μπότας: Πώς το AI φέρνει το αύριο στο σήμερα για το marketing

Το πρώτο podcast του Market Insiders πραγματοποιήθηκε με επιτυχία, ανοίγοντας έναν νέο κύκλο συζητήσεων γύρω από τις επιχειρήσεις, το marketing, την τεχνολογία και τις αλλαγές που διαμορφώνουν την αγορά. Και για το πρώτο «ποδαρικό», η επιλογή μόνο τυχαία δεν ήταν. Πρώτος καλεσμένος ήταν ο Μιχάλης Μπότας, ιδρυτής της DMSS και καθηγητής Digital Marketing, σε μια συζήτηση αφιερωμένη σε μία από τις μεγαλύτερες αλλαγές που βιώνει σήμερα ο επιχειρηματικός κόσμος: την ταχύτατη ενσωμάτωση της τεχνητής νοημοσύνης στο marketing και στην καθημερινή λειτουργία των επιχειρήσεων. Μιλώντας με τη Ράνια Αθανασοπούλου, ο Μιχάλης Μπότας ανέλυσε τον τρόπο με τον οποίο το AI έχει ήδη αλλάξει την παραγωγικότητα μέσα στα agencies, τις νέες ισορροπίες που δημιουργεί στην αγορά εργασίας, την πίεση που δέχονται μικρότερα agencies και freelancers, αλλά και τις ευκαιρίες που ανοίγονται για όσους είναι έτοιμοι να προσαρμοστούν. Γιατί, όπως προκύπτει και από τη συζήτηση, η τεχνητή νοημοσύνη δεν είναι πλέον μια τεχνολογία που περιμένουμε να αλλάξει το marketing κάποια στιγμή στο μέλλον. Η αλλαγή έχει ήδη ξεκινήσει. Και το αύριο του marketing, σε μεγάλο βαθμό, βρίσκεται ήδη εδώ. Από τέσσερις ημέρες σε τέσσερις ώρες: Πώς αλλάζει η παραγωγικότητα Η πρώτη μεγάλη αλλαγή που εντοπίζει ο Μιχάλης Μπότας δεν αφορά κάποιο εντυπωσιακό AI εργαλείο. Αφορά κάτι πολύ πιο πρακτικό: τον χρόνο. «Μέσα από τις εταιρείες σου, πώς βιώνεις την ένταξη του AI στις καθημερινές λειτουργίες της επιχείρησής σου;» «Πρώτο και σημαντικότερο είναι ότι το AI έκανε πιο γρήγορες τις εργασίες. Μια δουλειά που ένας υπάλληλος την έκανε σε δύο, τρεις ή τέσσερις ημέρες, πλέον μπορεί να την κάνει σε δύο, τρεις ή τέσσερις ώρες. Αυτό μας δίνει τη δυνατότητα να γίνονται πάρα πολλές δουλειές από τους ίδιους ανθρώπους που κατέχουν την τεχνογνωσία.» Για μια επιχείρηση, αυτό μεταφράζεται σε κάτι περισσότερο από εξοικονόμηση χρόνου. Όπως εξηγεί ο ίδιος, η παραγωγικότητα μπορεί να αυξηθεί χωρίς να χρειάζεται να μεγαλώσει αντίστοιχα και η ομάδα. «Οι τιμές δεν έπεσαν, αλλά ουσιαστικά η παραγωγή ανέβηκε. Και εκεί το AI μας βοήθησε πολύ.» Εδώ βρίσκεται και μία από τις σημαντικότερες διαφοροποιήσεις σε σχέση με τον τρόπο που συχνά παρουσιάζεται δημόσια η τεχνητή νοημοσύνη. Η συζήτηση δεν είναι απαραίτητα «άνθρωπος εναντίον AI». Σε πολλές περιπτώσεις πρόκειται για τον ίδιο άνθρωπο, με την ίδια τεχνογνωσία, ο οποίος μπορεί πλέον να παράγει περισσότερο έργο μέσα στον ίδιο χρόνο. Και αυτή η αύξηση της παραγωγικότητας οδηγεί αναπόφευκτα στο επόμενο ερώτημα: τι σημαίνει αυτό για τις θέσεις εργασίας; Το AI δεν αντικαθιστά πάντα τον εργαζόμενο – μπορεί όμως να εξαφανίζει την επόμενη πρόσληψη Η λέξη «αντικατάσταση» εμφανίζεται συχνά όταν η συζήτηση φτάνει στην τεχνητή νοημοσύνη. Ο Μιχάλης Μπότας, όμως, κάνει μια σημαντική διάκριση. «Πιστεύεις ότι είναι πολλές οι θέσεις εργασίας που έχουν αντικατασταθεί; Ποιες θεωρείς ότι είναι πιο πιθανό να εκλείψουν ή να αντικατασταθούν πιο άμεσα;» «Δεν έχουν αντικατασταθεί με την έννοια ότι διώχνω εσένα ή σε απολύω για να κάνει τη δουλειά το AI. Ειδικά στη δική μου περίπτωση, οι καινούργιες δουλειές που έρχονται μπορούν ουσιαστικά να γίνουν από τους υπάρχοντες εργαζομένους, οι οποίοι έχουν μια πολύ καλή εξειδίκευση.» Το παράδειγμα που δίνει από τον χώρο του marketing είναι χαρακτηριστικό. Ένας account manager ή ένας senior marketer που στο παρελθόν διαχειριζόταν έναν συγκεκριμένο αριθμό λογαριασμών και βρισκόταν κοντά στο όριο της παραγωγικής του δυνατότητας, μπορεί με την υποστήριξη του AI να αναλάβει περισσότερους. «Ένας account manager ή ένας senior marketer που είχε δώδεκα λογαριασμούς και ήταν πολύ ζορισμένος, τώρα με το AI μπορεί να έχει δεκαπέντε, δεκαεπτά, είκοσι και να μη ζορίζεται στον ίδιο βαθμό, διότι οι εργασίες γίνονται πολύ πιο γρήγορα.» Το αποτέλεσμα είναι μια διαφορετική μορφή αυτοματοποίησης. Δεν χρειάζεται απαραίτητα να χαθεί μια υπάρχουσα θέση. Μπορεί απλώς να μη δημιουργηθεί η επόμενη. Εάν το πελατολόγιο μιας εταιρείας αυξηθεί σημαντικά, εκεί όπου πριν η φυσική εξέλιξη θα ήταν η πρόσληψη ενός ακόμη ανθρώπου, τώρα ένα μέρος αυτής της επιπλέον εργασίας μπορεί να απορροφηθεί από την υπάρχουσα ομάδα. Οι junior εργαζόμενοι ίσως βρεθούν μπροστά στη μεγαλύτερη πρόκληση Αυτή η αλλαγή στη δομή της εργασίας δημιουργεί και έναν νέο προβληματισμό: πώς αποκτά εμπειρία κάποιος που προσπαθεί τώρα να μπει στην αγορά; Ο Μιχάλης Μπότας θεωρεί ότι οι junior επαγγελματίες είναι εκείνοι που μπορεί να δεχθούν μεγαλύτερη πίεση. «Αυτό δυστυχώς κάνει ζημιά περισσότερο στους junior. Οι junior που προσπαθούν να βρουν θέση στην αγορά εργασίας δεν βρίσκουν εύκολα, διότι ο senior κρατάει την τεχνογνωσία και γίνεται πιο απαραίτητος στον εργοδότη του.» Πρόκειται για ένα παράδοξο που ήδη αρχίζει να απασχολεί πολλές επιχειρήσεις. Ο έμπειρος επαγγελματίας αποκτά AI εργαλεία που πολλαπλασιάζουν την παραγωγικότητά του. Ο junior, όμως, χρειάζεται την πρώτη του θέση ακριβώς για να αποκτήσει την εμπειρία που αργότερα θα τον μετατρέψει σε senior. Αν μειωθούν οι entry-level ευκαιρίες, δημιουργείται ένα νέο ερώτημα για ολόκληρη την αγορά: από πού θα προέρχονται οι έμπειροι επαγγελματίες του αύριο; Από την άλλη πλευρά, ούτε η μεγάλη εμπειρία αποτελεί από μόνη της εγγύηση. «Και ο senior, αν φύγει από μια εταιρεία, μπορεί πλέον να δυσκολευτεί να βρει σε μια άλλη, διότι έχει μάθει να παίρνει πολλά χρήματα και οι εργοδότες προσπαθούν να βρίσκουν άτομα τα οποία να είναι εξοικειωμένα με το AI, ακόμη κι αν δεν έχουν την ίδια μεγάλη εμπειρία.» Η νέα ισορροπία, επομένως, φαίνεται να βρίσκεται κάπου ανάμεσα σε δύο πράγματα: εμπειρία και ικανότητα αξιοποίησης της τεχνολογίας. Copywriters και γραφίστες: Δεν χάνεται απαραίτητα το επάγγελμα, μειώνεται όμως ο όγκος των θέσεων Ανάμεσα στα επαγγέλματα που αναφέρονται περισσότερο στη δημόσια συζήτηση γύρω από το generative AI βρίσκονται οι copywriters και οι graphic designers. Ο Μιχάλης Μπότας δεν θεωρεί ότι αυτά τα επαγγέλματα θα εξαφανιστούν. «Στο marketing υπάρχουν συγκεκριμένοι κλάδοι που πιστεύεις ότι θα αντικατασταθούν από το AI;» «Σαν κλάδοι δεν πιστεύω. Λένε πολύ για τους copywriters και τους γραφίστες. Ας πούμε ότι θα πληγούν. Όμως ο καλός γραφίστας ή ο καλός copywriter δεν θα χάσει τη θέση του. Θα μάθει να διαχειρίζεται πολύ καλά τα εργαλεία.» Ο copywriter δεν σταματά απαραίτητα να γράφει επειδή υπάρχει generative AI. Η δουλειά του, όμως, μετατοπίζεται περισσότερο προς την καθοδήγηση, την επιλογή, την επεξεργασία και την κρίση. Το ίδιο ισχύει για τον designer. Το AI μπορεί να παράγει ένα πρώτο αποτέλεσμα

George Chatzigeorgiou: The Co-Founder Leading Skroutz’s Transformation Into a Greek E-Commerce Powerhouse

George Chatzigeorgiou: The Co-Founder Leading Skroutz’s Transformation Into a Greek E-Commerce Powerhouse

Some companies begin with a detailed business plan, funding targets and an ambitious vision of the market they want to dominate. Skroutz did not. When George Chatzigeorgiou began working on the first version of Skroutz in 2005, he has said that he did not initially think of it as the beginning of a major company. He was a programmer with a regular job, experimenting in his spare time with a simple idea: make it easier for consumers to find and compare prices across Greek online stores. More than two decades later, that side project has become Greece’s leading online marketplace. Skroutz today connects approximately 2.5 million active users with around 9,000 merchants and more than 26 million products, while the business has expanded far beyond product search into proprietary logistics, fulfilment, payments, subscriptions and retail media. And 2026 opened another major chapter. Blackstone agreed to acquire a majority stake from CVC and part of the founders’ holdings, while the founders will retain an interest and continue leading the company. George Chatzigeorgiou remains CEO. Greece’s Competition Commission approved Blackstone’s acquisition of sole control on July 30, 2026. The story is therefore no longer simply about how a Greek price-comparison website became successful. It is about something much larger: how a technology company gradually took control of more and more layers of the e-commerce experience until it became an integrated commerce platform. Market Insiders examines the entrepreneurial journey of George Chatzigeorgiou, the transformation of Skroutz from search engine to marketplace, the role of CVC and Blackstone and why the company’s next major challenge may be turning a dominant Greek position into a broader Southeast European growth story. Who Is George Chatzigeorgiou? George Chatzigeorgiou is the President, CEO and Co-Founder of Skroutz. He studied Electrical Engineering at the National Technical University of Athens. Although his original interests included hardware, his professional career moved strongly toward software. Before Skroutz developed into a full-time business, he worked independently as a programmer and was responsible for much of the early technical development of the platform and its search engine. He founded Skroutz alongside Vasilis Dimou and Giorgos Avgoustidis in 2005. The company itself describes the three founders as friends brought together by an enthusiasm for computing and technology rather than by a grand initial plan to build one of Greece’s largest technology businesses. That detail is important because it helps explain much of the company’s later culture. Skroutz was not originally built around an elaborate corporate theory of e-commerce. It was built around a technical problem. How can software make shopping easier? That question would remain relevant long after price comparison stopped being the company’s main product. Skroutz Started as a Hobby The earliest version of Skroutz was remarkably simple compared with the company that exists today. Chatzigeorgiou created a basic crawler — essentially a small bot — capable of visiting online stores, collecting product information and prices and displaying them through a searchable webpage. As traffic grew, the original system repeatedly reached its limits and had to be rebuilt. The first version focused heavily on computer and electronics shops, including retailers around Athens’ Stournari Street, then one of the city’s best-known technology shopping areas. Chatzigeorgiou has recalled beginning with just a handful of stores and contacting merchants by email to ask whether they wanted to appear on the platform. There was no enormous launch. No international investor. No carefully engineered startup narrative. The company grew because users found the tool useful. That may be the simplest explanation of why the original idea worked: it reduced the amount of effort necessary to answer one very practical consumer question. Where can I buy this product, and at what price? The First Business Model Was Traffic In its earliest phase, Skroutz did not sell products itself. Its value to merchants was traffic. Consumers arrived at Skroutz while researching products and prices, then moved to participating online stores to complete purchases. The company formalized that relationship through a CPC — cost-per-click — commercial model in 2007. By 2009, the platform had exceeded 500 merchants and 300,000 products. For retailers, appearing on Skroutz could solve a visibility problem. A smaller store did not necessarily need the marketing reach of a major retailer if it could appear beside larger competitors at exactly the moment a consumer was comparing products. That model helped Skroutz become deeply embedded in Greek e-commerce. But it also created a limitation. Skroutz could help a consumer decide where to shop. It did not control what happened after the consumer left. The Critical Shift: From Comparison Engine to Marketplace The most important strategic transformation began when Skroutz stopped thinking of itself primarily as a source of traffic. In 2016, Skroutz introduced its marketplace model, allowing customers to complete purchases through the platform rather than simply clicking through to another store. This changed the economics of the company. A price-comparison engine influences discovery. A marketplace participates directly in the transaction. That means considerably greater responsibility. The platform must manage payments, ordering, returns, merchant reliability and customer expectations. But it also gains something strategically valuable: control over much more of the customer journey. The shift from price comparison to marketplace would eventually become the foundation on which almost every subsequent Skroutz service was built. The Product Was No Longer Just Search This distinction is easy to underestimate. As a search and comparison platform, Skroutz’s primary job was helping a user find information. As a marketplace, its job increasingly became helping the user complete the entire purchase confidently. That means the relevant questions changed. Will the payment work? Will the product arrive on time? What happens if it is wrong? Can it be returned easily? Can the merchant fulfil the order? Can delivery be made faster? Can the customer trust the platform enough to shop there repeatedly? The company had moved into a much more difficult business. But it had also entered a business with considerably more strategic depth. 2020 and the CVC Chapter Another major turning point came in

Ελένη Βρεττού: Η CEO που οδηγεί την CrediaBank σε μια νέα εποχή ανάπτυξης

Ελένη Βρεττού: Η CEO που οδηγεί την CrediaBank σε μια νέα εποχή ανάπτυξης

Μέσα σε λίγα χρόνια, μια τράπεζα που βρισκόταν αντιμέτωπη με μια απαιτητική διαδικασία αναδιάρθρωσης έχει περάσει σε μια εντελώς διαφορετική φάση: συγχώνευση, νέα εταιρική ταυτότητα, ανάπτυξη του ισολογισμού, ενίσχυση κεφαλαίων, διεθνής επέκταση και νέες εξαγορές. Στο επίκεντρο αυτής της πορείας βρίσκεται η Ελένη Βρεττού, Διευθύνουσα Σύμβουλος της σημερινής CrediaBank από τον Σεπτέμβριο του 2022, όταν ακόμη η τράπεζα έφερε το όνομα Attica Bank. Η διαδρομή που ακολούθησε δεν περιορίστηκε σε ένα rebranding. Η Attica Bank συγχωνεύθηκε με την Παγκρήτια Τράπεζα το 2024, η νέα τράπεζα πέρασε από λειτουργική και τεχνολογική ενοποίηση, το 2025 απέκτησε τη νέα ονομασία CrediaBank και το 2026 παρουσιάζει πλέον ένα πολύ διαφορετικό οικονομικό και επιχειρηματικό προφίλ. Στο πρώτο εξάμηνο του 2026, η CrediaBank ανακοίνωσε €5,3 δισ. μικτές χορηγήσεις, €7,6 δισ. καταθέσεις, περίπου 350.000 ενεργούς πελάτες και €23 εκατ. δημοσιευμένα καθαρά κέρδη, ενώ τα επαναλαμβανόμενα καθαρά κέρδη μετά φόρων έφθασαν τα €31,3 εκατ., αυξημένα κατά 45% σε ετήσια βάση. Παράλληλα, η διοίκηση δεν περιορίζει πλέον τη στρατηγική της στην ελληνική αγορά. Η σχεδιαζόμενη απόκτηση πλειοψηφικού ποσοστού στην HSBC Malta, οι κινήσεις στην ασφαλιστική αγορά μέσω της Evropi Holdings και η επέκταση σε χρηματιστηριακές υπηρεσίες δείχνουν μια τράπεζα που επιχειρεί να περάσει από τη φάση της εξυγίανσης στη φάση της ανάπτυξης και διαφοροποίησης. Το Market Insiders εξετάζει την πορεία της Ελένης Βρεττού, το transformation story πίσω από την CrediaBank και το πώς μια τραπεζική αναδιάρθρωση εξελίχθηκε σε ένα πολύ ευρύτερο σχέδιο δημιουργίας ενός νέου χρηματοοικονομικού ομίλου. Ποια είναι η Ελένη Βρεττού Η Ελένη Βρεττού διαθέτει περισσότερα από 25 χρόνια διεθνούς εμπειρίας στον τραπεζικό και χρηματοοικονομικό κλάδο, με ιδιαίτερη εξειδίκευση στην εταιρική και επενδυτική τραπεζική. Είναι κάτοχος Bachelor of Science in Economics από το Wharton School του University of Pennsylvania, ενώ πριν αναλάβει την Attica Bank είχε ήδη διαγράψει μια μακρά πορεία σε μεγάλους χρηματοοικονομικούς οργανισμούς στην Ελλάδα και στο εξωτερικό. Για 14 χρόνια εργάστηκε στην HSBC Bank Plc στην Ελλάδα και τη Μεγάλη Βρετανία. Η τελευταία της θέση στον όμιλο ήταν Managing Director και Head of Wholesale Banking Greece, ενώ προηγουμένως είχε αναλάβει τον ρόλο Head of Multinationals and Business Development για τις περιοχές CEE, CIS, Mediterranean και Sub-Saharan Africa. Πριν από την HSBC είχε εργαστεί σε ελληνικούς και διεθνείς χρηματοοικονομικούς οργανισμούς στην Αθήνα και τη Νέα Υόρκη στους τομείς Credit and Risk Management και Investment Banking/M&A. Αργότερα ανέλαβε Chief Strategy and Investor Relations Officer στη Lamda Development και, από το 2019 έως το 2022, ήταν Senior General Manager και Chief of Corporate and Investment Banking στον Όμιλο της Τράπεζας Πειραιώς. Η εμπειρία της περιλαμβάνει επομένως corporate banking, M&A, επενδυτική τραπεζική, στρατηγική, investor relations, risk και εταιρικούς μετασχηματισμούς. Όλα αυτά θα αποδεικνύονταν κρίσιμα στην επόμενη αποστολή της. Η ανάληψη της Attica Bank το 2022 Η Ελένη Βρεττού ανέλαβε τη θέση της CEO της Attica Bank τον Σεπτέμβριο του 2022. Δεν επρόκειτο για μια συμβατική αλλαγή διοίκησης σε μια ήδη σταθεροποιημένη τράπεζα. Η Attica Bank βρισκόταν σε μια πολυετή διαδικασία αντιμετώπισης προβλημάτων που συνδέονταν, μεταξύ άλλων, με μη εξυπηρετούμενα ανοίγματα, κεφαλαιακές ανάγκες και την ανάγκη επανακαθορισμού του επιχειρηματικού της μοντέλου. Αυτό έκανε τον ρόλο της νέας διοίκησης διαφορετικό. Το ζητούμενο δεν ήταν απλώς να αυξηθούν οι πωλήσεις ή να λανσαριστούν νέα προϊόντα. Έπρεπε ουσιαστικά να δημιουργηθεί μια διαφορετική τράπεζα πάνω στην υπάρχουσα τράπεζα. Η ίδια η CrediaBank περιγράφει σήμερα ότι η Βρεττού έχει σχεδιάσει και διαχειριστεί τον μετασχηματισμό και την ανάπτυξη του οργανισμού εντός και εκτός Ελλάδας από την ανάληψη των καθηκόντων της. Από την αναδιάρθρωση στην επιστροφή στην κερδοφορία Τα πρώτα χρόνια της νέας διοίκησης επικεντρώθηκαν σε μεγάλο βαθμό στη σταθεροποίηση. Ήδη το 2023 η Attica Bank είχε καταγράψει το πρώτο κερδοφόρο τρίμηνο έπειτα από σειρά ετών, ένα αποτέλεσμα που η διοίκηση παρουσίαζε τότε ως πρώτο δείγμα της αλλαγής πορείας. Ακολούθησε η επιτάχυνση της εξυγίανσης του ισολογισμού, η αναζήτηση μεγαλύτερης κλίμακας και τελικά η συμφωνία που θα άλλαζε δραστικά το μέγεθος και τη θέση της τράπεζας στην ελληνική αγορά. Το επόμενο κεφάλαιο θα γραφόταν μαζί με την Παγκρήτια Τράπεζα. Η συγχώνευση Attica Bank και Παγκρήτιας Το 2024 αποτέλεσε κομβικό έτος. Τον Ιούλιο εγκρίθηκε το σχέδιο συγχώνευσης της Attica Bank με την Παγκρήτια Τράπεζα, ενώ στις 4 Σεπτεμβρίου 2024 ολοκληρώθηκε η νομική συγχώνευση μέσω απορρόφησης της Παγκρήτιας από την Attica Bank. Η νέα δομή δημιούργησε την πέμπτη μεγαλύτερη ελληνική τράπεζα βάσει ενεργητικού εκείνη την περίοδο και επέτρεψε τον συνδυασμό δύο διαφορετικών δικτύων, πελατειακών βάσεων και τραπεζικών οργανισμών. Για τη διοίκηση της Βρεττού, όμως, η νομική συγχώνευση ήταν μόνο το πρώτο βήμα. Έπρεπε να ενοποιηθούν συστήματα, πολιτικές, διαδικασίες, άνθρωποι, καταστήματα και υποδομές. Και μάλιστα χωρίς να διακοπεί η καθημερινή λειτουργία της τράπεζας. Μία τράπεζα αντί για δύο Η πραγματική δυσκολία μιας τραπεζικής συγχώνευσης συνήθως εμφανίζεται μετά τις υπογραφές. Δύο οργανισμοί μπορεί να έχουν διαφορετικά πληροφοριακά συστήματα, διαδικασίες πιστοδότησης, κουλτούρα, προϊόντα και καταστήματα. Το integration plan προέβλεπε εκτεταμένη ενοποίηση όλων αυτών των στοιχείων. Ήδη από το 2024 η τράπεζα είχε συγκεντρώσει κεντρικές υπηρεσίες από οκτώ κτίρια σε δύο, επιδιώκοντας οικονομίες κλίμακας. Μέχρι το 2025 ολοκληρώθηκε και η λειτουργική ενοποίηση των πληροφοριακών συστημάτων. Η διοίκηση ανέφερε ότι η νέα τράπεζα λειτουργούσε πλέον τεχνολογικά ως μία οντότητα, ολοκληρώνοντας ένα ιδιαίτερα απαιτητικό έργο περίπου έναν χρόνο μετά τη νομική συγχώνευση. Αυτό ήταν το σημείο όπου η ενοποίηση άρχισε να γίνεται ορατή και προς τα έξω. Από Attica Bank σε CrediaBank Στις 10 Ιουλίου 2025 παρουσιάστηκε η νέα επωνυμία CrediaBank, η οποία εγκρίθηκε από τη Γενική Συνέλευση των μετόχων. Η αλλαγή της εισηγμένης εταιρικής επωνυμίας υλοποιήθηκε στο Χρηματιστήριο τον Αύγουστο του ίδιου έτους. Η επιλογή ενός εντελώς νέου brand είχε ισχυρό συμβολισμό. Δεν επρόκειτο απλώς για την Attica Bank που είχε απορροφήσει την Παγκρήτια και συνέχιζε όπως πριν. Η διοίκηση ήθελε να παρουσιάσει στην αγορά έναν νέο οργανισμό με διαφορετική ταυτότητα. Η ίδια η Βρεττού συνέδεσε το νέο όνομα με την έννοια της εμπιστοσύνης και με τη φιλοδοξία δημιουργίας μιας πιο ανθρωποκεντρικής εναλλακτικής πρότασης στο ελληνικό τραπεζικό σύστημα. Το rebranding, επομένως, λειτούργησε ως η δημόσια εικόνα ενός μετασχηματισμού που είχε ήδη ξεκινήσει βαθύτερα μέσα στον οργανισμό. Τα μεγέθη του 2025 επιβεβαίωσαν την αλλαγή Το 2025 ήταν η πρώτη πλήρης χρονιά του νέου τραπεζικού σχήματος

Κρίστιαν Χατζημηνάς: Ο άνθρωπος πίσω από τη διεθνή εκτόξευση της THEON

Κρίστιαν Χατζημηνάς: Ο άνθρωπος πίσω από τη διεθνή εκτόξευση της THEON

Υπάρχουν επιχειρηματικές ιστορίες που ξεχωρίζουν όχι μόνο για τους αριθμούς τους, αλλά και για την απόσταση που κατάφεραν να διανύσουν από το αρχικό τους σημείο εκκίνησης. Η πορεία του Κρίστιαν Χατζημηνά και της THEON αποτελεί μία χαρακτηριστική περίπτωση ελληνικής επιχειρηματικής εξωστρέφειας στον χώρο της υψηλής τεχνολογίας και της αμυντικής βιομηχανίας. Από την ίδρυση της THEON το 1997 έως την εισαγωγή της THEON International στο Euronext Amsterdam το 2024 και τη σημερινή επέκτασή της σε νέες τεχνολογίες, αγορές και εξαγορές, ο Κρίστιαν Χατζημηνάς έχει συνδέσει το όνομά του με τη διεθνή ανάπτυξη ενός ομίλου που ξεκίνησε από την Ελλάδα και πλέον δραστηριοποιείται σε παγκόσμια κλίμακα. Η THEON αναπτύσσει και κατασκευάζει συστήματα νυχτερινής όρασης, θερμικής απεικόνισης και προηγμένες ηλεκτροοπτικές λύσεις για εφαρμογές άμυνας και ασφάλειας. Σύμφωνα με την τελευταία ετήσια έκθεσή της, μέχρι το τέλος του 2025 περισσότερα από 270.000 συστήματα της εταιρείας βρίσκονταν σε χρήση σε 72 χώρες, 26 από τις οποίες είναι μέλη του NATO. Το Market Insiders εξετάζει την επιχειρηματική πορεία του Κρίστιαν Χατζημηνά, τα βήματα που οδήγησαν τη THEON από την Ελλάδα στις διεθνείς αγορές, τη σημασία της εισαγωγής στο χρηματιστήριο του Άμστερνταμ και τη νέα αναπτυξιακή φάση στην οποία έχει περάσει ο όμιλος. Ποιος είναι ο Κρίστιαν Χατζημηνάς Ο Κρίστιαν Χατζημηνάς είναι ο ιδρυτής και CEO της THEON και Vice-Chair του Διοικητικού Συμβουλίου της THEON International. Η επιχειρηματική του διαδρομή ξεκινά αρκετά πριν από τη δημιουργία της εταιρείας. Αποφοίτησε το 1981 από το Columbia University με B.A. in Economics, Magna Cum Laude, ενώ το 1983 απέκτησε MBA in Business and Finance από το Wharton School του University of Pennsylvania. Πριν περάσει στην επιχειρηματικότητα εργάστηκε ως Senior Trader στη Phibro-Salomon. Το 1987 δημιούργησε την πρώτη του εταιρεία στη Νέα Υόρκη και το 1989 μετέφερε την επιχειρηματική του δραστηριότητα στην Αθήνα, ιδρύοντας την EFA VENTURES. Αργότερα δημιούργησε το EFA GROUP, με δραστηριότητες που συνδέονται με την αεροδιαστημική, την ασφάλεια, την άμυνα και τη βιομηχανική συνεργασία. Το 1997 ακολούθησε η ίδρυση της THEON, η οποία εξελίχθηκε στο πλέον διεθνοποιημένο κεφάλαιο της επιχειρηματικής του πορείας. Αξίζει να σημειωθεί ότι THEON International και EFA GROUP αποτελούν ξεχωριστές και ανεξάρτητες επιχειρηματικές οντότητες, παρότι και οι δύο έχουν ιδρυθεί από τον Χατζημηνά. Η ίδια η THEON έχει δημοσιεύσει σχετική επίσημη διευκρίνιση. Από την Ελλάδα στη διεθνή αγορά αμυντικής τεχνολογίας Η εξειδίκευση της THEON σε συστήματα νυχτερινής όρασης και ηλεκτροοπτικά συστήματα τοποθέτησε από νωρίς την εταιρεία σε μια ιδιαίτερα απαιτητική διεθνή αγορά, όπου η τεχνολογική αξιοπιστία, η παραγωγική δυνατότητα και η συμμόρφωση με αυστηρές προδιαγραφές αποτελούν βασικές προϋποθέσεις. Η ανάπτυξή της δεν βασίστηκε αποκλειστικά στην εγχώρια αγορά. Η THEON έχτισε εξαγωγική παρουσία, διεθνείς συνεργασίες και παραγωγικές δυνατότητες εκτός Ελλάδας, ενώ σήμερα αναφέρει παρουσία σε 72 χώρες και περισσότερα από 270.000 συστήματα σε υπηρεσία μέχρι το τέλος του 2025. Η έντονη εξωστρέφεια αποτέλεσε κεντρικό χαρακτηριστικό του επιχειρηματικού μοντέλου. Η εταιρεία δεν περιορίστηκε στην πώληση προϊόντων από την Ελλάδα, αλλά ανέπτυξε διεθνείς συνεργασίες συμπαραγωγής, τοπικής συναρμολόγησης και μεταφοράς τεχνογνωσίας. Η αναπτυξιακή της πορεία έχει αναγνωριστεί και από το FT1000: Europe’s Fastest Growing Companies των Financial Times και Statista. Το 2026 η THEON συμπεριλήφθηκε στη λίστα για τρίτη συνεχόμενη χρονιά, ανεβαίνοντας στη θέση 279 μεταξύ των 1.000 εταιρειών που περιλαμβάνονταν στην κατάταξη. Το 2024 ως σημείο καμπής για τη THEON Ένα από τα σημαντικότερα ορόσημα στην ιστορία της εταιρείας ήρθε στις 7 Φεβρουαρίου 2024, όταν η THEON International εισήχθη στο Euronext Amsterdam. Η τιμή εισαγωγής ορίστηκε στα €10 ανά μετοχή και η χρηματιστηριακή αξία της εταιρείας κατά την ημέρα της εισαγωγής διαμορφώθηκε στα €700 εκατ. Η είσοδος στην ευρωπαϊκή κεφαλαιαγορά είχε πρακτική σημασία για την επόμενη φάση ανάπτυξης της THEON. Ο Χατζημηνάς είχε επισημάνει κατά την εισαγωγή ότι η κίνηση θα πρόσφερε μεγαλύτερη χρηματοδοτική ευελιξία και δυνατότητα διερεύνησης εξαγορών που θα ενίσχυαν περαιτέρω το επιχειρηματικό αποτύπωμα της εταιρείας. Η στρατηγική που ακολούθησε τα επόμενα χρόνια επιβεβαίωσε αυτή την κατεύθυνση, με τη THEON να χρησιμοποιεί πλέον επενδύσεις, συμμετοχές, συνεργασίες και εξαγορές ως εργαλεία διεύρυνσης του τεχνολογικού της χαρτοφυλακίου. Από το night vision σε ένα ευρύτερο τεχνολογικό οικοσύστημα Η σημερινή THEON δεν επιδιώκει να παραμείνει αποκλειστικά ένας κατασκευαστής συστημάτων νυχτερινής όρασης. Η στρατηγική της προβλέπει επέκταση σε integrated sighting και targeting solutions, συστήματα για πλατφόρμες, οχήματα και UAVs, καθώς και ψηφιακά και AR-enabled soldier systems. Παράλληλα, αυξάνονται οι επενδύσεις σε R&D, παραγωγική δυναμικότητα και εξαγορές που μπορούν να προσθέσουν νέες τεχνολογικές δυνατότητες στον όμιλο. Κατά το πρώτο εξάμηνο του 2026, η διοίκηση ανέφερε ότι οι πρόσφατες εξαγορές και συνεργασίες είχαν διευρύνει τη συνολική addressable market της THEON σε σχεδόν €8 δισ., με μεγαλύτερη παρουσία σε ISR, autonomous systems και AI-enabled λύσεις. Η εξέλιξη αυτή δείχνει μια σαφή αλλαγή κλίμακας: από μια επιχείρηση εξαιρετικά εξειδικευμένη σε συγκεκριμένες κατηγορίες electro-optics προς έναν ευρύτερο διεθνή όμιλο αμυντικής τεχνολογίας. Η μεγαλύτερη σύμβαση στην ιστορία της THEON Τον Δεκέμβριο του 2025 η THEON ανακοίνωσε μέσω του σχήματος THEON/Hensoldt σημαντική αναθεώρηση σύμβασης με τον OCCAR για την προμήθεια επιπλέον 100.000 Night Vision Goggles στη γερμανική Bundeswehr, μαζί με 4.000 συστήματα για τις βελγικές ένοπλες δυνάμεις. Η συνολική αξία της αναθεωρημένης σύμβασης, μαζί με τις προβλεπόμενες υπηρεσίες, ανήλθε περίπου στο €1 δισ. Η εταιρεία τη χαρακτήρισε ως τη μεγαλύτερη μεμονωμένη προμήθεια NVGs στην ιστορία ευρωπαϊκού κράτους-μέλους του NATO. Μετά τη συμφωνία, το order intake της THEON για το 2025 είχε φθάσει τα €1,3 δισ., ενώ το συνολικό backlog μαζί με τις πρόσθετες options ανερχόταν περίπου στα €2,4 δισ. Τα συγκεκριμένα μεγέθη αποτυπώνουν πόσο διαφορετική είναι πλέον η κλίμακα στην οποία λειτουργεί η εταιρεία σε σχέση με τις πρώτες δεκαετίες της πορείας της. Τα οικονομικά μεγέθη δείχνουν την αλλαγή κλίμακας Η εξέλιξη της THEON αποτυπώνεται ξεκάθαρα και στα οικονομικά αποτελέσματα. Το 2025 τα ενοποιημένα έσοδα ανήλθαν σε €443,4 εκατ., ενώ το adjusted EBIT margin διαμορφώθηκε στο 26,2%. Η ανάπτυξη συνεχίστηκε το πρώτο εξάμηνο του 2026. Για την περίοδο μέχρι τις 30 Ιουνίου, η THEON ανακοίνωσε έσοδα €248,7 εκατ., αυξημένα κατά 35,4% σε σχέση με το αντίστοιχο διάστημα του 2025. Το adjusted EBIT ανήλθε στα €65,1 εκατ. και το αντίστοιχο περιθώριο στο 26,2%. Στο τέλος του εξαμήνου, το soft backlog ανερχόταν σε περίπου €1,46 δισ., με επιπλέον options