Στην προσπάθεια να ενισχυθεί η αύξηση της παραγωγής της αμερικανικής εταιρείας ημιαγωγών Intel, ώστε να καταστεί ανταγωνιστική στην αγορά έναντι της κινεζικής παραγωγής, ο Λευκός Οίκος κατέθεσε πακέτο επιχορηγήσεων ύψους σχεδόν 20 δισ. δολαρίων, το υψηλότερο ποσό που έχει μέχρι στιγμής ανακοινωθεί από την κυβέρνηση Τζο Μπάιντεν στο πεδίο του σημαντικού αυτού βιομηχανικού κλάδου.
Η ανακοίνωση έγινε από τον ίδιο τον πρόεδρο κατά τη διάρκεια επίσκεψής του στην Αριζόνα, ώστε προβληθούν τα μέτρα που έχουν υιοθετηθεί επί θητείας του στις πολιτείες, οι οποίες κρίνονται αποφασιστικής σημασίας για την έκβαση των προεδρικών εκλογών του Νοεμβρίου. Η Αριζόνα (νοτιοδυτικές ΗΠΑ) είχε άλλωστε συμβάλει στην εκλογή του δημοκρατικού υποψηφίου με μόλις 10.457 ψήφους διαφορά από τον αντίπαλό του. Οι επιφυλακτικοί ψηφοφόροι πρέπει να πειστούν, αφού τα προβλήματα που αφορούν τη δημιουργία νέων θέσεων εργασίας, το ποσοστό της ανεργίας, τον πληθωρισμό, εξακολουθούν να παραμένουν και να απασχολούν.
«Το υπουργείο Εμπορίου κατέληξε σε μια προκαταρκτική συμφωνία με την Intel για να της παράσχει έως 8,5 δισ. δολάρια σε άμεσες χρηματοδοτήσεις και 11 δισ. δολάρια σε δάνεια στο πλαίσιο του ‘Chips and Science Act’» (Νόμος για τους Ημιαγωγούς και την Επιστήμη), αναφέρει σε ανακοίνωσή του ο Λευκός Οίκος, δεδομένου ότι ο νόμος αυτός, χρονολογούμενος από το 2022, προβλέπει 52,7 δισ. δολάρια για την ενίσχυση της παραγωγής ημιαγωγών στις Ηνωμένες Πολιτείες.
Το συγκεκριμένο θα διατεθεί «για την κατασκευή και την ενίσχυση υποδομών της Intel στην Αριζόνα, το Οχάιο, το Νέο Μεξικό και το Όρεγκον», ενώ ο Λευκός Οίκος προβλέπει ότι μέσω των επενδύσεων αυτών θα δημιουργηθούν σχεδόν 30.000 θέσεις άμεσης απασχόλησης και «θα υποστηριχθούν δεκάδες χιλιάδες έμμεσες θέσεις απασχόλησης».
Η υπουργός Εμπορίου, Τζίνα Ραϊμόντο, σημειώνει ότι η Intel θα επενδύσει το ισόποσο άνω των 100 δισ. δολαρίων, μια από τις μεγαλύτερες επενδύσεις στη βιομηχανία των ημιαγωγών στις Ηνωμένες Πολιτείες, που θα επιτρέψει στη χώρα να παράγει έως το 2030 το 20% των ημιαγωγών τελευταίας τεχνολογίας που κατασκευάζονται παγκοσμίως, εγχείρημα που θα ανατρέψει την υπάρχουσα κατάσταση, εφόσον, σήμερα, τονίζει, «Εξαρτιόμαστε από ένα πολύ μικρό αριθμό εργοστασίων στην Ασία για το σύνολο των πιο εξελιγμένων μικροεπεξεργαστών μας. Αυτό είναι αφόρητο και απαράδεκτο.»
Εν κατακλείδι, συνεχίζει η υπουργός, «Είναι ένα πρόβλημα οικονομικής ασφαλείας. Είναι ένα πρόβλημα εθνικής ασφαλείας. Και θα το αλλάξουμε αυτό.»